Γράφει η Γκόλφω Λιαμάκη
Για πολλούς ανθρώπους που ζουν με Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή (OCD), η εμπειρία είναι τόσο βασανιστική, ώστε περιγράφεται σαν ένα «τέρας» που έχει εισβάλει στο μυαλό τους. Οι αμφιβολίες επανέρχονται, οι καταναγκασμοί καταλαμβάνουν όλο και περισσότερο χώρο και η ανακούφιση διαρκεί λίγο. Η εικόνα αυτή εκφράζει την εξάντληση και την αίσθηση απώλειας ελευθερίας που συχνά να συνοδεύουν τη διαταραχή.
Ο τρόπος, όμως, με τον οποίο ένα άτομο κατανοεί το OCD έχει σημασία. Μπορεί να το βοηθά να αναγνωρίζει όσα του συμβαίνουν και να συμμετέχει ενεργά στην αλλαγή. Μπορεί επίσης, σε ορισμένες περιπτώσεις, να ενισχύει τον φόβο απέναντι στον ίδιο του τον νου.
Όταν το OCD παρουσιάζεται ως ξεχωριστός αντίπαλος
Στη θεραπεία χρησιμοποιείται μερικές φορές η εξωτερίκευση του OCD: η διαταραχή αποκτά όνομα, μορφή ή χαρακτηριστικά μιας ξεχωριστής οντότητας. Ιδιαίτερα στα παιδιά, αυτή η προσέγγιση μπορεί να προσφέρει έναν συγκεκριμένο και κατανοητό τρόπο αναγνώρισης των συμπτωμάτων και συμμετοχής στη θεραπεία. Μπορεί επίσης να βοηθά ορισμένους ενήλικες να αποκτήσουν απόσταση από τις ιδεοληπτικές σκέψεις και τις καταναγκαστικές αντιδράσεις τους.
Για άλλους ανθρώπους, όμως, η εικόνα ενός ισχυρού αντιπάλου μπορεί να ενισχύει την αίσθηση ότι κάτι ξένο τούς ελέγχει. Το άτομο μπορεί να φοβάται περισσότερο όσα συμβαίνουν μέσα του και να αισθάνεται λιγότερο ικανό να τα επηρεάσει. Η προσπάθεια αντιμετώπισης μπορεί τότε να επικεντρώνεται στην απομάκρυνση των σκέψεων ή στην εξάλειψη κάθε συναισθήματος που συνδέεται με το OCD.
Μια θεραπευτική μεταφορά χρειάζεται επομένως να αξιολογείται με βάση την επίδρασή της στον συγκεκριμένο άνθρωπο. Τον βοηθά να κατανοεί την εμπειρία του και να αναπτύσσει περισσότερη ελευθερία ανταπόκρισης; Ή αυξάνει την αίσθηση ότι βρίσκεται υπό την εξουσία κάποιου πράγματος που δεν μπορεί να προσεγγίσει και να καταλάβει;
Ένας εσωτερικός μηχανισμός προστασίας και διασφάλισης
Μια διαφορετική οπτική είναι να κατανοηθεί το OCD ως ένας μηχανισμός μέσα στο ίδιο το άτομο, μέσω του οποίου προσπαθεί να προστατευτεί, να ανακουφιστεί και να διασφαλίσει όσα θεωρεί σημαντικά.
Η ανάγκη αυτή είναι ανθρώπινη. Οι άνθρωποι επιθυμούν να αποφεύγουν κινδύνους, να προλαμβάνουν λάθη, να προστατεύουν τους άλλους και να παίρνουν σωστές αποφάσεις. Στο OCD, όμως, η προσπάθεια μπορεί να γίνεται υπερβολική και άκαμπτη. Το άτομο αισθάνεται ότι πρέπει να εξασφαλίσει πως δεν έχει παραβλέψει κάτι, πως δεν προκάλεσε βλάβη, πως μια απόφαση είναι σωστή ή πως μια ανεπιθύμητη σκέψη δεν αποκαλύπτει κάτι για τον χαρακτήρα του.
Η ανάγκη διασφάλισης αφορά κάτι περισσότερο από το να αισθανθεί ασφαλές εκείνη τη στιγμή. Αφορά την προσπάθεια να αποκλείσει ενδεχόμενα, να εξαλείψει αμφιβολίες και να εξασφαλίσει ότι δεν απομένει κανένα κενό που θα μπορούσε αργότερα να έχει συνέπειες. Συχνά επεκτείνεται και στην εσωτερική του εμπειρία: το άτομο προσπαθεί να βεβαιωθεί για τις προθέσεις, τις αναμνήσεις ή τα συναισθήματά του.
Οι καταναγκασμοί υπηρετούν αυτή την προσπάθεια. Έλεγχοι, επαναλήψεις, αναζήτηση διαβεβαιώσεων και ατελείωτη νοητική ανάλυση προσφέρουν ενδεχομένως μια πρόσκαιρη ανακούφιση. Σταδιακά, όμως, ενισχύουν την αίσθηση ότι η διασφάλιση είναι απαραίτητη και ότι χωρίς αυτήν το άτομο δεν μπορεί να προχωρήσει.
Κατανόηση χωρίς αυτοκατηγορία
Η αναγνώριση του OCD ως εσωτερικού μηχανισμού δεν σημαίνει ότι το άτομο επέλεξε τη διαταραχή, ότι ευθύνεται για την εμφάνισή της ή ότι μπορεί απλώς να τη σταματήσει. Ούτε σημαίνει ότι οι ανεπιθύμητες σκέψεις του εκφράζουν την ταυτότητα, τις επιθυμίες ή τις αξίες του.
Σημαίνει ότι μπορεί να κατανοήσει τη σύνδεση ανάμεσα σε όσα το δυσκολεύουν, στην ανάγκη του να διασφαλιστεί και στις αντιδράσεις με τις οποίες προσπαθεί να το πετύχει. Αυτή η κατανόηση μπορεί να αλλάξει τη σχέση του με τον εαυτό του. Το άτομο αναγνωρίζει ότι έχει εγκλωβιστεί σε έναν τρόπο με τον οποίο προσπαθεί να βοηθηθεί. Ο φόβος, η ανάγκη για βεβαιότητα και η δυσκολία περιορισμού των καταναγκασμών αποκτούν νόημα μέσα σε αυτή τη διαδικασία.
Εδώ βρίσκεται η βάση μιας συμπονετικής στάσης: στην αναγνώριση της ανάγκης που συνδέεται με την αντίδραση, μαζί με την αναγνώριση του κόστους της. Το άτομο μπορεί να καταλαβαίνει γιατί καταφεύγει σε έναν καταναγκασμό και συγχρόνως να εργάζεται για να τον περιορίσει.
Από την κατανόηση στη δυνατότητα επιλογής
Όταν ο μηχανισμός γίνεται περισσότερο κατανοητός, μπορεί να ενισχύεται και η αίσθηση δυνατότητας παρέμβασης. Το άτομο αρχίζει να αναγνωρίζει πότε αναζητά διασφάλιση, πώς επιχειρεί να την εξασφαλίσει και τι συμβαίνει μετά την προσωρινή ανακούφιση.
Η ενδυνάμωση αφορά την αυξανόμενη δυνατότητα να επιλέγει την ανταπόκρισή του, ακόμη και όταν η αμφιβολία ή η δυσφορία παραμένει. Μπορεί να αισθάνεται έντονα την ανάγκη να ελέγξει και να εξασκείται σταδιακά στον περιορισμό του ελέγχου. Μπορεί να επιθυμεί επειγόντως μια απάντηση και να μαθαίνει να συνεχίζει αφήνοντας το ερώτημα ανοιχτό.
Πρόκειται για μια απαιτητική διαδικασία, στην οποία η συμπόνια έχει πρακτική σημασία. Επιτρέπει στο άτομο να αναγνωρίζει τη δυσκολία του, να αντιμετωπίζει τις επιστροφές στους καταναγκασμούς με λιγότερη αυτομομφή και να επανέρχεται στην προσπάθεια.
Η συμπόνια μέσα στη θεραπεία
Η Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία με Έκθεση και Παρεμπόδιση Αντίδρασης βοηθά το άτομο να περιορίζει τους καταναγκασμούς. Μέσα από αυτή τη δουλειά μαθαίνει να συνεχίζει τη ζωή του χωρίς να έχει προηγουμένως εξασφαλίσει απόλυτη βεβαιότητα ή πλήρη ανακούφιση. Η συμπονετική κατανόηση μπορεί να στηρίξει αυτή την προσπάθεια. Το άτομο αναγνωρίζει την ανάγκη του για προστασία και διασφάλιση, ενώ παράλληλα αναπτύσσει μεγαλύτερη ευελιξία στον τρόπο με τον οποίο ανταποκρίνεται σε αυτήν.
Η προσέγγιση αυτή προσφέρει τη δυνατότητα μιας λιγότερο φοβισμένης σχέσης με τον ίδιο τον νου. Το άτομο μπορεί να κατανοεί όσα του συμβαίνουν, να αναγνωρίζει πώς συντηρείται ο εγκλωβισμός του και να συμμετέχει ενεργά στην αλλαγή. Με κατάλληλη υποστήριξη και εξάσκηση, μπορεί σταδιακά να περιορίζει την προσπάθεια διαρκούς διασφάλισης και να αφήνει περισσότερο χώρο για όσα επιθυμεί να ζήσει.
