Πώς θα ξέρω εάν το παιδί μου πάσχει από Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή;
Την επίσημη διάγνωση για το εάν το παιδί σας πάσχει από Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή (ΙΨΔ) τη δίνει ένας ειδικός ψυχικής υγείας. Για να δώσει τη διάγνωση αυτή, βασίζεται σε συγκεκριμένα διαγνωστικά κριτήρια, τα οποία είναι τα εξής:
Α. Παρουσία ιδεοληψιών ή καταναγκασμών ή και των δύο.
Ιδεοληψίες, όπως ορίζονται από τα (1) και (2):
- Επαναλαμβανόμενες και επίμονες ανεπιθύμητες σκέψεις, εικόνες ή παρορμήσεις οι οποίες βιώνονται, κάποιες φορές κατά τη διάρκεια της διαταραχής ως παρείσακτες και απρόσφορες και στα περισσότερα άτομα προκαλούν έντονο άγχος ή ενόχληση.
- Το άτομο προσπαθεί να αγνοεί ή να καταστέλλει τέτοιες σκέψεις, παρορμήσεις ή εικόνες ή να τις εξουδετερώνει με κάποια άλλη σκέψη ή πράξη (π.χ., εκτελώντας έναν καταναγκασμό).
Καταναγκασμοί, όπως ορίζονται από (1) και (2):
- Επαναληπτικές συμπεριφορές (π.χ., πλύσιμο χεριών, τακτοποίηση, επανέλεγχος) ή νοερές πράξεις (π.χ., προσευχές, μετρήσεις, σιωπηρές επαναλήψεις λέξεων), τις οποίες το άτομο αισθάνεται υποχρεωμένο να εκτελέσει ως απάντηση σε μια ιδεοληψία ή σύμφωνα με συγκεκριμένους αυστηρούς κανόνες.
- Οι συμπεριφορές ή νοερές πράξεις αποβλέπουν στην αποτροπή ή μείωση της ενόχλησης ή στην αποτροπή κάποιου απευκταίου γεγονότος ή κατάστασης. Ωστόσο, αυτές οι συμπεριφορές ή νοερές πράξεις δεν συνδέονται με ρεαλιστικό τρόπο με αυτό για το οποίο έχουν σχεδιαστεί να εξουδετερώνουν ή να αποτρέπουν ή είναι σαφώς υπερβολικές. (Σημειώνεται ωστόσο ότι τα μικρά παιδιά μπορεί να μην είναι σε θέση να διατυπώσουν με σαφήνεια τους στόχους αυτών των συμπεριφορών ή νοερών πράξεων).
Β. Οι ιδεοληψίες και οι καταναγκασμοί είναι χρονοβόροι (π.χ., παίρνουν περισσότερο από μία ώρα την ημέρα), προκαλούν σημαντική ενόχληση στο άτομο, ή έκπτωση στην κοινωνική, στην ακαδημαϊκή ή την επαγγελματική ή σε άλλους σημαντικούς τομείς της λειτουργικότητας του ατόμου.
Γ. Οι ιδεοληψίες και οι καταναγκασμοί δεν οφείλονται στις φυσιολογικές δράσεις μιας ουσίας (π.χ., παράνομη ουσία ή φάρμακο) ή σε άλλη σωματική κατάσταση.
Δ. Η διαταραχή δεν εξηγείται καλύτερα με τα συμπτώματα κάποιας άλλης Ψυχικής Διαταραχής.
Για τη διάγνωση της διαταραχής ο ειδικός ψυχικής υγείας λαμβάνει επίσης υπόψη του τα συγκεκριμένα κριτήρια ( ICD-10) που θέτει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας για τη διάγνωση της ΙΨΔ, βάσει των οποίων οι ιδεοληψίες ή οι καταναγκασμοί ή και τα δύο πρέπει να είναι παρόντα τις περισσότερες μέρες, τουλάχιστον για δύο συνεχόμενες εβδομάδες και να αποτελούν πηγή δυσφορίας ή να επηρεάζουν τις δραστηριότητες του παιδιού. Επιπλέον, πρέπει (α) οι ιδεοληψίες και οι καταναγκασμοί να αναγνωρίζονται από το άτομο ως προερχόμενα από τις δικές του σκέψεις ή παρορμήσεις, (β) να υπάρχει τουλάχιστον μία σκέψη ή πράξη προς την οποία το άτομο εξακολουθεί να ανθίσταται, μολονότι μπορεί να υπάρχουν και άλλες προς τις οποίες το άτομο δεν ανθίσταται πλέον, (γ) η σκέψη εκτέλεσης της πράξης δεν προκαλεί ευχαρίστηση (η απλή ανακούφιση από την ένταση και το άγχος δεν συνιστά υπό αυτή την έννοια ευχαρίστηση), και (δ) οι σκέψεις, εικόνες ή οι παρορμήσεις είναι δυσάρεστα επαναλαμβανόμενες (WHO, 1992).
Παρόλο όμως που η ΙΨΔ είναι μία δυνητικά χρόνια διαταραχή με σοβαρές επιπτώσεις στη λειτουργικότητα του παιδιού και με δυσμενή πρόγνωση για την εξέλιξή του, η διαταραχή εξακολουθεί σε αρκετές περιπτώσεις να παραμένει άγνωστη και αδιάγνωστη ή να διαγιγνώσκεται λανθασμένα. Αυτό συμβαίνει ιδιαίτερα όταν τα συμπτώματά της είναι σπάνια και λιγότερο γνωστά ή βιώνονται εσωτερικά και δεν γίνονται επομένως ορατά από τρίτους (π.χ., μέτρημα, προσευχή), γεγονός που καθυστερεί σημαντικά την ανίχνευσή της. Αυτό, τουλάχιστον εν μέρει, οφείλεται επίσης και στο ότι η αξιολόγηση και η διάγνωση της ΙΨΔ στην παιδική ηλικία σε πολλές περιπτώσεις αποτελεί μία αρκετά σύνθετη διαδικασία, η οποία προϋποθέτει τόσο άριστη γνώση της τυπικής φυσιολογικής ανάπτυξης των παιδιών όσο και του εύρους της ψυχοπαθολογίας της παιδικής ηλικίας. Εξάλλου, οι ειδικοί ψυχικής υγείας έχουν πολλές προκλήσεις να αντιμετωπίσουν σε ό,τι αφορά τη διάγνωση της διαταραχής, καθώς τα περισσότερα παιδιά με ΙΨΔ εκδηλώνουν συνήθως μεγάλο εύρος συμπτωμάτων της διαταραχής, τα οποία μάλιστα αλλάζουν με το πέρασμα του χρόνου. Νιώθουν, επίσης, έντονη ντροπή και μεγάλη αμηχανία να μιλήσουν και να αποκαλύψουν το περιεχόμενο των συμπτωμάτων τους, ιδιαίτερα αν αυτό έχει σεξουαλικό περιεχόμενο. Πολλά παιδιά επομένως κρατούν τα συμπτώματά τους κρυφά ακόμη και από τους οικείους τους για πολλά χρόνια. Επιπλέον, μία μικρή υποκατηγορία των παιδιών με τη διαταραχή δεν βιώνει καθόλου ενόχληση ή δυσφορία εξαιτίας των συμπτωμάτων τους, γεγονός που περιπλέκει τη διαγνωστική διαδικασία.
Ταυτόχρονα, στη διάρκεια της προσχολικής ηλικίας πολλά παιδιά εμφανίζουν φυσιολογικές για την ηλικία τους ρουτίνες ή συνήθειες (π.χ. εξεζητημένες ρουτίνες ή τελετουργίες για την ώρα του φαγητού ή του ύπνου, θέλουν να γίνονται τα πράγματα «ακριβώς έτσι», κ.α.). Αυτές οι συνήθειες, οι οποίες διαρκούν συνήθως λίγη ώρα και δεν εμποδίζουν την ομαλή λειτουργία του παιδιού ή της οικογένειάς του, θεωρούνται μέρος της τυπικής φυσιολογικής ανάπτυξης των παιδιών, αν και επιφανειακά μοιάζουν με τις τελετουργίες ή τις καταναγκαστικές πράξεις που χαρακτηρίζουν την ΙΨΔ, τουλάχιστον όπως αυτές παρουσιάζονται στα πρώτα στάδια εκδήλωσης της διαταραχής. Οι τελετουργίες και οι καταναγκαστικές πράξεις που οφείλονται στην ΙΨΔ, ωστόσο, κατά κανόνα εμφανίζονται αργότερα, στη διάρκεια της μέσης παιδικής ηλικίας, και συνήθως φαίνονται περίεργες στα άλλα παιδιά ή και στο ίδιο το παιδί και στους ενήλικες. Το σημαντικότερο δε χαρακτηριστικό αυτών είναι ότι συνήθως διαρκούν πολλή ώρα και σχεδόν πάντα προκαλούν αναστάτωση και αποδιοργάνωση στο ίδιο το παιδί ή/και στην οικογένεια του.
Ένα άλλο ζήτημα που κάνει τη διάγνωση της ΙΨΔ παιδική ηλικία σύνθετη είναι το γεγονός ότι ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των παιδιών με ΙΨΔ, το οποίο μάλιστα φθάνει το 75%, πληροί τα αναγκαία διαγνωστικά κριτήρια και για άλλες διαταραχές. Μάλιστα ορισμένες από αυτές τις διαταραχές μιμούνται τα συμπτώματα της ΙΨΔ, γεγονός που μπορεί να παραπλανήσει τους λιγότερο έμπειρους ειδικούς ψυχικής υγείας. Συγκεκριμένα, η διαταραχή μυοσπασμάτων ή το σύνδρομο Tourette χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενες ακούσιες κινήσεις (τικ) και, επομένως, συχνά είναι αρκετά δύσκολο να γίνει η διάκριση ανάμεσα σε ένα σύνθετο τικ (το οποίο είναι ακούσιο) και σε μία καταναγκαστική πράξη (η οποία είναι εκούσια). Η διάκριση αυτή είναι ωστόσο πολύ σημαντική καθώς στα παιδιά με σύνδρομο Tourette η παρουσία συμπτωμάτων ΙΨΔ φαίνεται ότι προκαλεί τη μεγαλύτερη επίπτωση στη λειτουργικότητά τους. Επίσης, στις Διαταραχές του Αυτιστικού Φάσματος, ένα παιδί με αυτισμό κάνει στερεότυπες επαναλαμβανόμενες κινήσεις ή ρουτίνες. Αρκετές φορές, επομένως, η διάκριση ανάμεσα σε μία καταναγκαστική πράξη (η οποία εκτελείται με σκοπό να μειωθεί η δυσφορία και το άγχος που προκαλεί μία ιδεοληπτική σκέψη) και σε μία στερεότυπη πράξη, η οποία αποσκοπεί στην ευχαρίστηση, αποτελεί πρόκληση για τον ειδικό ιδιαίτερα μάλιστα αν ληφθεί υπόψη ότι οι δύο αυτές διαταραχές συχνά συνυπάρχουν. Σε περίπτωση ωστόσο που συνυπάρχουν μία ή περισσότερες διαταραχές η θεραπευτική παρέμβαση χρειάζεται να προσαρμόζεται ώστε να αντιμετωπίζεται όλο το εύρος της υπάρχουσας ψυχοπαθολογίας.
Για τους παραπάνω λόγους υπογραμμίζεται η αναγκαιότητα για ενδελεχή και εμπειρικά τεκμηριωμένη αξιολόγησή της διαταραχής προκειμένου να απαντηθούν ζητήματα διαφοροδιάγνωσης και συννοσηρότητας, να προσδιοριστεί το εύρος και η βαρύτητα των συμπτωμάτων της διαταραχής και να αξιολογηθεί η επίπτωση τους στη λειτουργικότητα του παιδιού.




Leave a Reply
Want to join the discussion?Feel free to contribute!