Tag Archive for: τελειοθηρία

Όλα ξεκίνησαν όταν η μικρή μου ήταν 7 χρονών! Ένα κορίτσι γεμάτο ενέργεια, κοινωνική, χαμογελαστή και πάντα άριστη σε όλα! Όπως κάθε παιδί είναι διαφορετικό και ξεχωριστό, έτσι πίστευα και εγώ για την κόρη μου! Ανησυχούσε πάρα πολύ μήπως κατά λάθος χτύπησε κάποιο παιδάκι και σκεφτόμουν είναι πολύ προστατευτική! Φοβόταν τα μικρόβια και έπλενε συνέχεια τα χέρια της όταν έπαιζε ή όταν πήγαινε στο σχολείο και αναρωτιόμουν αν όλα τα κορίτσια θέλουν να είναι πάντα τόσο καθαρά και περιποιημένα! Κάθε βράδυ έκανε όλη τη ρουτίνα του ύπνου της προσεκτικά, μη ξεχάσει κάτι και στο τέλος την προσευχή της ευλαβικά με συγκεκριμένη σειρά πάντα και ήμουν χαρούμενη που επικρατεί μια τάξη στο μυαλό της σε τόσο μικρή ηλικία! Κάθε φορά που συζητούσα με τις φίλες μου που έχουν παιδιά στην ίδια ηλικία παρατηρούσα πολλές διαφορές αλλά μέχρι τότε δεν είχα υποπτευθεί κάτι. 

Όλα όμως άλλαξαν έναν χρόνο μετά! Οι ανησυχίες της μεγάλωσαν και πλέον ήταν συνεχώς αγχωμένη και ανήσυχη μήπως έκανε κάτι λάθος χωρίς να το θέλει και μήπως έχει μικρόβια πάνω της! Έπλενε συνέχεια τα χέρια της σε σημείο που έκαναν πληγές! Η ρουτίνα για τον βραδινό της ύπνο έφτασε να της παίρνει τουλάχιστον μία ώρα! Όσο και αν προσπαθούσα να τη συμβουλέψω και να την καθησυχάσω, εκείνη συνέχιζε να ανησυχεί. Τότε ήταν που κατάλαβα ότι είχε έρθει η ώρα να αναλάβει κάποιος παιδοψυχολόγος, πράγμα που έγινε. Έκανε αρκετές συνεδρίες και ήταν ευχαριστημένη. Συζητούσε όλα της τα καθημερινά προβλήματα και έδειχνε να της αρέσει, η κατάστασή της όμως και η συμπεριφορά της χειροτέρευε μέρα με την μέρα! Η βραδινή της ρουτίνα είχε φτάσει τις δύο πλέον ώρες! Όλη αυτή η κατάσταση δημιουργούσε πολλές εντάσεις και μεγάλη αναστάτωση για όλους μέσα στο σπίτι. 

Έτσι συνειδητοποίησα ότι είχε φθάσει ο καιρός να ξεκινήσει η αντίστροφη μέτρηση και άρχισα να ψάχνω για πληροφορίες στο διαδίκτυο. Στις αναζητήσεις μου πάντα κατέληγα στην Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή. Δεν ήθελα να το πιστέψω αλλά ήθελα πάρα πολύ να το αντιμετωπίσω! Τη φοβόμουν πάρα πολύ αυτή τη λέξη. Με τρόμαζε! Ακόμα θυμάμαι πώς με κοίταξε η κόρη μου όταν της είπα τι έχει και ότι θα πρέπει να απευθυνθούμε σε κάποιον άλλον ειδικό που να έχει γνώσεις στο πρόβλημά της! Θέλαμε πολύ όμως να παλέψουμε και οι δύο με αυτή τη διαταραχή. Μας είχε ταλαιπωρήσει πολύ αλλά είχε επιβαρύνει και όλη την οικογένειά μας.

Έτσι μπήκαμε μέσα στο πρόβλημα και το αντιμετωπίσαμε! Μέσω της θεραπείας η κόρη μου έμαθε να έρχεται αντιμέτωπη με όσα την φόβιζαν! Κάθε μέρα και από λίγο, αλλά πάντα με θάρρος, έχει αρχίσει να αποκτά και πάλι εμπιστοσύνη στον εαυτό της! Και τα καταφέραμε! Χρησιμοποιώ πληθυντικό γιατί μέσα από αυτό το ταξίδι με την κόρη μου και σε μία πρόσφατη διαδικτυακή εκδήλωση ενημέρωσης για την Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή που συμμετείχα, άκουσα για τις άλλες μορφές που μπορεί να πάρει η διαταραχή και ανακάλυψα για πρώτη φορά ότι και εγώ πάσχω από τη διαταραχή, σε ηπιότερο όμως βαθμό! Ελέγχω και εγώ συνέχεια τις ηλεκτρικές συσκευές εάν είναι σβηστές και τις πόρτες εάν είναι κλειδωμένες, μια διαδικασία η οποία θα πρέπει να γίνει πάντα τρεις φορές! Όταν κάνω αρνητικές σκέψεις, πρέπει οπωσδήποτε να σκεφτώ μια συγκεκριμένη λέξη για να ανακουφιστώ, διαφορετικά νιώθω ενοχές και φόβο ότι εξαιτίας μου και των σκέψεων μου κάποιος που αγαπώ θα πάθει κακό! Όλα αυτά μου προκαλούν μεγάλη στενοχώρια και δυσφορία. Τώρα ξέρω όμως! Παίρνω δύναμη και θάρρος από την κόρη μου και προσπαθώ και εγώ να αντιμετωπίσω τους φόβους μου! Σε αυτό το ταξίδι που κρατάει τρία χρόνια, κατάλαβα πόσο σημαντική είναι η βοήθεια από κάποιον ειδικό στο θέμα της Ιδεοψυχαναγκαστικής Διαταραχής.  Θαυμάζω την κόρη μου για τη δύναμή της, τη θέλησή της και για τις αντοχές της και πιστεύω ότι όλοι μπορούμε να τα καταφέρουμε αρκεί να βρούμε την κατάλληλη βοήθεια και να πιστέψουμε στον εαυτό μας!

Λ.Χ.

 

Για εμένα όλα άρχισαν όταν ήμουν πολύ μικρή, στο νήπιο ή στο προ νήπιο, αλλά τότε όλα ήταν σε πολύ μικρό βαθμό, σχεδόν τίποτα δηλαδή. Όταν όμως πήγα δευτέρα Δημοτικού τα πράγματα δυσκόλεψαν πολύ! Τότε άρχισα να αισθάνομαι ότι έπρεπε να λέω κυριολεκτικά τα πάντα στη μητέρα μου. Στην αρχή, αυτό μας φάνηκε φυσιολογικό, όμως δεν ξέραμε τι μας περιμένει!  Έπρεπε να της λέω τα πάντα με κάθε λεπτομέρεια, χωρίς να παραλείπω τίποτα! Της έλεγα για κάθε μου πράξη, για κάθε μου κίνηση και για καθετί που είπα! Πολλές φορές της έλεγα και τους φόβους μου για τα μικρόβια και ότι φοβόμουν ότι θα πάθω κάτι κακό.  Χρειαζόμουν βοήθεια και το είπα στη μητέρα μου πολλές φορές. Τελικά μετά από 2 χρόνια, στην τετάρτη Δημοτικού, είδαμε κάποιο ψυχολόγο που όμως δε με βοήθησε πολύ.

Ύστερα από λίγο καιρό, μετά από αναζήτηση της μητέρας μου, βρήκαμε μία ψυχολόγο που γνωρίζει καλά το πρόβλημά μου, την Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή.  Οι γονείς μου αφού μίλησαν μαζί της, ενημέρωσαν και εμένα για το τι έχω. Όταν άκουσα πως έχω Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή, για να είμαι ειλικρινής, ανακουφίστηκα ή ακόμη χάρηκα, όχι γιατί πάσχω από αυτή, αλλά επειδή βρήκαμε κάποιον που μπορεί να με βοηθήσει, κάτι που ήθελα πάρα πολύ!  

Από τότε έχει περάσει μισός χρόνος, είμαι πλέον μαθήτρια της πέμπτης δημοτικού και έχουμε καταφέρει να «εξοντώσουμε» αρκετά την Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή, αλλά όχι ακόμη εντελώς, όπως σκοπεύω. Για την εξόντωσή της με βοηθούν πολλά κολπάκια που έχω μάθει! Αυτό που με βοηθάει πολύ είναι ότι της έχω δώσει το όνομα, «Αμφίβιος», που είναι σύνθετη λέξη και βγαίνει από τις λέξεις αμφιβολία και μικρόβια, γιατί για εμένα ο μεγαλύτερος μου φόβος είναι τα μικρόβια!  Έχω κάνει και μία ζωγραφιά του Αμφίβιου και τώρα ξέρω πώς μοιάζει και έτσι ξέρω πως μπορώ να τον εξοντώσω!  Εκτός από τον Αμφίβιο, υπάρχει και η αδερφή του, η «Χαρέμπιστη», την οποία ο Αμφίβιος μισεί! Η λέξη Χαρέμπιστη βγαίνει από τις λέξεις χαρά και εμπιστοσύνη. Με τη βοήθεια της Χαρέμπιστης μαθαίνω να εμπιστεύομαι τον εαυτό μου, να αγνοώ τον Αμφίβιο και όσα μου ζητάει να κάνω. Με αυτό το σχέδιο θα καταφέρω να διώξω τον Αμφίβιο απ’τη ζωή μου και να βρω και πάλι τη χαρά!

Αυτό που έχω μάθει είναι ότι όταν κάποιος θέλει να βρει λύση σε ένα πρόβλημά του, θα πρέπει να προσπαθεί! Μέσα από όλο αυτό το ταξίδι μαθαίνω επίσης ποια είμαι και τι μπορώ να καταφέρω! Πολλά πράγματα που έκανα θεωρούσα ότι είχαν να κάνουν με την Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή! Αλλά όχι! Πολλά πράγματα έχουν να κάνουν με τον χαρακτήρα μου και κάθε χαρακτήρας είναι διαφορετικός! Και εγώ είμαι ένα κορίτσι με θάρρος και ελπίδα να αντιμετωπίσει κάθε εμπόδιο που θα συναντήσει στη ζωή του!  

Μ.Χ.

Την επίσημη διάγνωση για το εάν το παιδί σας πάσχει από Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή (ΙΨΔ) τη δίνει ένας ειδικός ψυχικής υγείας. Για να δώσει τη διάγνωση αυτή, βασίζεται σε συγκεκριμένα διαγνωστικά κριτήρια, τα οποία είναι τα εξής:

Α. Παρουσία ιδεοληψιών ή καταναγκασμών ή και των δύο.

Ιδεοληψίες, όπως ορίζονται από τα (1) και (2):

  1. Επαναλαμβανόμενες και επίμονες ανεπιθύμητες σκέψεις, εικόνες ή παρορμήσεις οι οποίες βιώνονται, κάποιες φορές κατά τη διάρκεια της διαταραχής ως παρείσακτες και απρόσφορες και στα περισσότερα άτομα προκαλούν έντονο άγχος ή ενόχληση.
  2. Το άτομο προσπαθεί να αγνοεί ή να καταστέλλει τέτοιες σκέψεις, παρορμήσεις ή εικόνες ή να τις εξουδετερώνει με κάποια άλλη σκέψη ή πράξη (π.χ., εκτελώντας έναν καταναγκασμό).

Καταναγκασμοί, όπως ορίζονται από (1) και (2):

  1. Επαναληπτικές συμπεριφορές (π.χ., πλύσιμο χεριών, τακτοποίηση, επανέλεγχος) ή νοερές πράξεις (π.χ., προσευχές, μετρήσεις, σιωπηρές επαναλήψεις λέξεων), τις οποίες το άτομο αισθάνεται υποχρεωμένο να εκτελέσει ως απάντηση σε μια ιδεοληψία ή σύμφωνα με συγκεκριμένους αυστηρούς κανόνες.
  2. Οι συμπεριφορές ή νοερές πράξεις αποβλέπουν στην αποτροπή ή μείωση της ενόχλησης ή στην αποτροπή κάποιου απευκταίου γεγονότος ή κατάστασης. Ωστόσο, αυτές οι συμπεριφορές ή νοερές πράξεις δεν συνδέονται με ρεαλιστικό τρόπο με αυτό για το οποίο έχουν σχεδιαστεί να εξουδετερώνουν ή να αποτρέπουν ή είναι σαφώς υπερβολικές. (Σημειώνεται ωστόσο ότι τα μικρά παιδιά μπορεί να μην είναι σε θέση να διατυπώσουν με σαφήνεια τους στόχους αυτών των συμπεριφορών ή νοερών πράξεων).

Β. Οι ιδεοληψίες και οι καταναγκασμοί είναι χρονοβόροι (π.χ., παίρνουν περισσότερο από μία ώρα την ημέρα), προκαλούν σημαντική ενόχληση στο άτομο, ή έκπτωση στην κοινωνική, στην ακαδημαϊκή ή την επαγγελματική ή σε άλλους σημαντικούς τομείς της λειτουργικότητας του ατόμου. 

Γ. Οι ιδεοληψίες και οι καταναγκασμοί δεν οφείλονται στις φυσιολογικές δράσεις μιας ουσίας (π.χ., παράνομη ουσία ή φάρμακο) ή σε άλλη σωματική κατάσταση.

Δ. Η διαταραχή δεν εξηγείται καλύτερα με τα συμπτώματα κάποιας άλλης Ψυχικής Διαταραχής.

Για τη διάγνωση της διαταραχής ο ειδικός ψυχικής υγείας λαμβάνει επίσης υπόψη του τα συγκεκριμένα κριτήρια ( ICD-10) που θέτει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας για τη διάγνωση της ΙΨΔ, βάσει των οποίων οι ιδεοληψίες ή οι καταναγκασμοί ή και τα δύο πρέπει να είναι παρόντα τις περισσότερες μέρες, τουλάχιστον για δύο συνεχόμενες εβδομάδες και να αποτελούν πηγή δυσφορίας ή να επηρεάζουν τις δραστηριότητες του παιδιού. Επιπλέον, πρέπει (α) οι ιδεοληψίες και οι καταναγκασμοί να αναγνωρίζονται από το άτομο ως προερχόμενα από τις δικές του σκέψεις ή παρορμήσεις, (β) να υπάρχει τουλάχιστον μία σκέψη ή πράξη προς την οποία το άτομο εξακολουθεί να ανθίσταται, μολονότι μπορεί να υπάρχουν και άλλες προς τις οποίες το άτομο δεν ανθίσταται πλέον, (γ) η σκέψη εκτέλεσης της πράξης δεν προκαλεί ευχαρίστηση (η απλή ανακούφιση από την ένταση και το άγχος δεν συνιστά υπό αυτή την έννοια ευχαρίστηση), και (δ) οι σκέψεις, εικόνες ή οι παρορμήσεις είναι δυσάρεστα επαναλαμβανόμενες (WHO, 1992).

Παρόλο όμως που η ΙΨΔ είναι μία δυνητικά χρόνια διαταραχή με σοβαρές επιπτώσεις στη λειτουργικότητα του παιδιού και με δυσμενή πρόγνωση για την εξέλιξή του, η διαταραχή εξακολουθεί σε αρκετές περιπτώσεις να παραμένει άγνωστη και αδιάγνωστη ή να διαγιγνώσκεται λανθασμένα. Αυτό συμβαίνει ιδιαίτερα όταν τα συμπτώματά της είναι σπάνια και λιγότερο γνωστά ή βιώνονται εσωτερικά και δεν γίνονται επομένως ορατά από τρίτους (π.χ., μέτρημα, προσευχή), γεγονός που καθυστερεί σημαντικά την ανίχνευσή της. Αυτό, τουλάχιστον εν μέρει, οφείλεται επίσης και στο ότι η αξιολόγηση και η διάγνωση της ΙΨΔ στην παιδική ηλικία σε πολλές περιπτώσεις αποτελεί μία αρκετά σύνθετη  διαδικασία, η οποία προϋποθέτει τόσο άριστη γνώση της τυπικής φυσιολογικής ανάπτυξης των παιδιών όσο και του εύρους της ψυχοπαθολογίας της παιδικής ηλικίας. Εξάλλου, οι ειδικοί ψυχικής υγείας έχουν πολλές προκλήσεις να αντιμετωπίσουν σε ό,τι αφορά τη διάγνωση της διαταραχής, καθώς τα περισσότερα παιδιά με ΙΨΔ εκδηλώνουν συνήθως μεγάλο εύρος συμπτωμάτων της διαταραχής, τα οποία μάλιστα αλλάζουν με το πέρασμα του χρόνου. Νιώθουν, επίσης, έντονη ντροπή και μεγάλη αμηχανία να μιλήσουν και να αποκαλύψουν το περιεχόμενο των συμπτωμάτων τους, ιδιαίτερα αν αυτό έχει σεξουαλικό περιεχόμενο. Πολλά παιδιά επομένως κρατούν τα συμπτώματά τους κρυφά ακόμη και από τους οικείους τους για πολλά χρόνια.  Επιπλέον, μία μικρή υποκατηγορία των παιδιών με τη διαταραχή δεν βιώνει καθόλου ενόχληση ή δυσφορία εξαιτίας των συμπτωμάτων τους, γεγονός που περιπλέκει τη διαγνωστική διαδικασία.

Ταυτόχρονα, στη διάρκεια της προσχολικής ηλικίας πολλά παιδιά εμφανίζουν φυσιολογικές για την ηλικία τους ρουτίνες ή συνήθειες (π.χ. εξεζητημένες ρουτίνες ή τελετουργίες για την ώρα του φαγητού ή του ύπνου, θέλουν να γίνονται τα πράγματα «ακριβώς έτσι»,  κ.α.). Αυτές οι συνήθειες, οι οποίες διαρκούν συνήθως λίγη ώρα και δεν εμποδίζουν την ομαλή λειτουργία του παιδιού ή της οικογένειάς του, θεωρούνται μέρος της τυπικής φυσιολογικής ανάπτυξης των παιδιών, αν και επιφανειακά μοιάζουν με τις τελετουργίες ή τις καταναγκαστικές πράξεις που χαρακτηρίζουν την ΙΨΔ, τουλάχιστον όπως αυτές παρουσιάζονται στα πρώτα στάδια εκδήλωσης της διαταραχής.  Οι τελετουργίες και οι καταναγκαστικές πράξεις που οφείλονται στην ΙΨΔ, ωστόσο, κατά κανόνα εμφανίζονται αργότερα, στη διάρκεια της μέσης παιδικής ηλικίας, και συνήθως φαίνονται περίεργες στα άλλα παιδιά ή και στο ίδιο το παιδί και στους ενήλικες. Το σημαντικότερο δε χαρακτηριστικό αυτών είναι ότι συνήθως διαρκούν πολλή ώρα και σχεδόν πάντα προκαλούν αναστάτωση και αποδιοργάνωση στο ίδιο το παιδί ή/και στην οικογένεια του.

Ένα άλλο ζήτημα που κάνει τη διάγνωση της ΙΨΔ παιδική ηλικία σύνθετη είναι το γεγονός ότι ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των παιδιών με ΙΨΔ, το οποίο μάλιστα φθάνει το 75%,  πληροί τα αναγκαία διαγνωστικά κριτήρια και για άλλες διαταραχές. Μάλιστα ορισμένες από αυτές τις διαταραχές μιμούνται τα συμπτώματα της ΙΨΔ, γεγονός που μπορεί να παραπλανήσει τους λιγότερο έμπειρους ειδικούς ψυχικής υγείας.  Συγκεκριμένα, η διαταραχή μυοσπασμάτων ή το σύνδρομο Tourette χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενες ακούσιες κινήσεις (τικ) και, επομένως, συχνά είναι αρκετά δύσκολο να γίνει η διάκριση ανάμεσα σε ένα σύνθετο τικ (το οποίο είναι ακούσιο) και σε μία καταναγκαστική πράξη (η οποία είναι εκούσια). Η διάκριση αυτή είναι ωστόσο πολύ σημαντική καθώς στα παιδιά με σύνδρομο Tourette η παρουσία συμπτωμάτων ΙΨΔ φαίνεται ότι προκαλεί τη μεγαλύτερη επίπτωση στη λειτουργικότητά τους. Επίσης, στις Διαταραχές του Αυτιστικού Φάσματος, ένα παιδί με αυτισμό κάνει στερεότυπες επαναλαμβανόμενες κινήσεις ή ρουτίνες. Αρκετές φορές, επομένως, η διάκριση ανάμεσα σε μία καταναγκαστική πράξη (η οποία εκτελείται με σκοπό να μειωθεί η δυσφορία και το άγχος που προκαλεί μία ιδεοληπτική σκέψη) και σε μία στερεότυπη πράξη, η οποία αποσκοπεί στην ευχαρίστηση, αποτελεί πρόκληση για τον ειδικό ιδιαίτερα μάλιστα αν ληφθεί υπόψη ότι οι δύο αυτές διαταραχές συχνά συνυπάρχουν. Σε περίπτωση ωστόσο που συνυπάρχουν μία ή περισσότερες διαταραχές η θεραπευτική παρέμβαση χρειάζεται να προσαρμόζεται ώστε να αντιμετωπίζεται όλο το εύρος της υπάρχουσας ψυχοπαθολογίας.

Για τους παραπάνω λόγους υπογραμμίζεται η αναγκαιότητα για ενδελεχή και εμπειρικά τεκμηριωμένη αξιολόγησή της διαταραχής προκειμένου να απαντηθούν ζητήματα διαφοροδιάγνωσης και συννοσηρότητας, να προσδιοριστεί το εύρος και η βαρύτητα των συμπτωμάτων της διαταραχής και να αξιολογηθεί η επίπτωση τους στη λειτουργικότητα του παιδιού.

Η γνωστή σε όλους μας τελειομανία ή τελειοθηρία, η οποία στην ακραία της έκφραση μπορεί να μετασχηματιστεί σε μία ψυχική διαταραχή, η οποία ονομάζεται Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή Προσωπικότητας, συχνά συγχέεται λανθασμένα με την Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή. Στην πραγματικότητα, οι δύο αυτές διαταραχές, η Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή Προσωπικότητας και η Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή, δεν ταυτίζονται αλλά αποτελούν δύο διαφορετικές ψυχιατρικές διαγνώσεις, οι οποίες είναι δυνατόν ωστόσο να συνυπάρχουν στο ίδιο άτομο. Σε τι λοιπόν διαφέρουν οι δύο αυτές κλινικές καταστάσεις;

Η Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή είναι μία σύνθετη και αρκετά δυσνόητη για τους περισσότερους διαταραχή άγχους, η οποία περιλαμβάνει ιδεοληψίες και καταναγκασμούς. Οι ιδεοληψίες είναι επαναλαμβανόμενες ιδέες αρνητικού και ανεπιθύμητου ή απαγορευμένου περιεχομένου,  οι οποίες εισβάλλουν στο μυαλό του ατόμου ακούσια και επιμένουν παρά την προσπάθειά του να απαλλαγεί από αυτές. Όταν το μυαλό του ατόμου κυριεύεται από την παρουσία μιας ιδεοληψίας, το άτομο καταλαμβάνεται από ένα οξύ αίσθημα αβεβαιότητας και αμφιβολίας και ένα αίσθημα επικείμενου και σίγουρου κινδύνου. Ως εκ τούτου, αισθάνεται έντονο φόβο, ή ακόμη και πανικό, και νιώθει υποχρεωμένο να πράξει κάτι, ώστε να αποτρέψει την επικείμενη απειλή. Καταφεύγει λοιπόν σε συγκεκριμένους καταναγκασμούς ή τελετουργίες που σκοπός τους είναι να αποτρέψουν την επικείμενη απειλή και να ανακουφίσουν το άτομο από τον φόβο του ή τη δυσφορία του.

Η Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή Προσωπικότητας (ΙΨΔΠ), είναι, όπως δηλώνει το όνομά της, μία από τις πλέον συχνές διαταραχές της προσωπικότητας και όχι μία διαταραχή άγχους, όπως είναι η Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή (ΙΨΔ)· αφορά δηλαδή σε σταθερά δυσλειτουργικά στοιχεία στον χαρακτήρα του ατόμου. Επομένως, όταν κάποιος χρησιμοποιεί την έκφραση «είμαι λίγο ή πολύ ψυχαναγκαστικός», στην πραγματικότητα αναφέρεται σε αυτόν τον τύπο προσωπικότητας και όχι στην ίδια την ΙΨΔ, η οποία είναι μία εντελώς διαφορετική κατάσταση. Ενώ λοιπόν είναι δυνατόν ένα άτομο να έχει κάποια από τα στοιχεία αυτού του τύπου προσωπικότητας, χωρίς ωστόσο να πληροί τα απαραίτητα διαγνωστικά κριτήρια για να λάβει τη διάγνωση της ΙΨΔΠ, δεν μπορεί ποτέ να έχει «λίγη» ΙΨΔ, όπως λανθασμένα πολλές φορές λέγεται. Συνεπώς είτε κάποιος πληροί τα διαγνωστικά κριτήρια για να λάβει τη διάγνωση της ΙΨΔ είτε δεν τα πληροί και άρα δεν πάσχει από τη διαταραχή.

Στην ΙΨΔΠ δεν κυριαρχούν οι ιδεοληψίες και οι καταναγκασμοί, όπως συμβαίνει στην ΙΨΔ αλλά επικρατεί ένα διάχυτο και μόνιμο μοτίβο ενασχόλησής του ατόμου με την τάξη των πραγμάτων, με την τελειότητα και με τον προσωπικό και διαπροσωπικό έλεγχο, εις βάρος της ευελιξίας και της αποτελεσματικότητας, το οποίο ξεκινάει νωρίς κατά την ενηλικίωσή του ατόμου. Κατά συνέπεια, στα άτομα με ΙΨΔΠ υπερισχύει η έμμονη και η άκαμπτη ενασχόλησή τους με κανόνες για το πώς πρέπει να γίνονται τα πράγματα, καθώς και η τελειοθηρία, σε τέτοιο βαθμό που η εργασιακή ή η ακαδημαϊκή τους απόδοση και η υγεία τους να επηρεάζονται αισθητά, ενώ επίσης αφοσιώνονται στην εργασία τους απόλυτα σε σημείο που παραμελούν την κοινωνικότητα και την ψυχαγωγία τους. Η τελειοθηρία τους μάλιστα και η ενασχόλησή τους με ανούσιες και ασήμαντες λεπτομέρειες συχνά  τα οδηγεί σε αναβολή ή ακόμη και σε αδυναμία να ολοκληρώσουν απλές καθημερινές εργασίες και υποχρεώσεις. Πολλές φορές η ενασχόλησή τους με τις λεπτομέρειες και με τους κανόνες ή με την τάξη και με την οργάνωση των πραγμάτων ή των προγραμμάτων φθάνει σε σημείο που ο πρακτικός σκοπός αυτής της ενασχόλησης χάνεται. Βλέπουν το δέντρο και χάνουν το δάσος δηλαδή. Επιπλέον είναι άτομα συγκεντρωτικά, δυσκολεύονται δηλαδή να κάνουν καταμερισμό εργασιών ή να συνεργαστούν με άλλους, διότι δεν εμπιστεύονται τους άλλους στο ότι θα καταφέρουν να κάνουν αυτό που πρέπει, όπως πρέπει. Είναι άτομα αναποφάσιστα, αναβλητικά, σχολαστικά και μίζερα και προσέχουν πολύ να μην ξοδεύουν χρήματα για τον εαυτό τους ή τους άλλους· προτιμούν να αποταμιεύουν τα χρήματά τους για τυχόν μελλοντική καταστροφή. Τα άτομα με αυτήν τη διαταραχή προσωπικότητας είναι επίσης παθολογικά ευσυνείδητα και ιδιαιτέρως άκαμπτα σε ό,τι αφορά ζητήματα ηθικής ή αξιών.

Εκτός από την κλινική τους εικόνα, δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο  εκδηλώνεται η καθεμία από τις δύο διαταραχές, οι δύο αυτές διαταραχές διαφέρουν και ως προς την εναισθησία (insight) των ατόμων που φέρουν την κάθε διάγνωση. Συνεπώς, ενώ τα άτομα με ΙΨΔ κατά κανόνα αναγνωρίζουν ότι η συμπεριφορά τους είναι προβληματική και συνήθως επιθυμούν και δέχονται να λάβουν θεραπεία, τα άτομα με ΙΨΔΠ συνήθως δεν αναγνωρίζουν ότι ο τρόπος που σκέφτονται και λειτουργούν είναι προβληματικός και ως εκ τούτου δεν πιστεύουν ότι χρειάζονται θεραπεία. Εξαιτίας της αδυναμίας τους να αναγνωρίσουν τη συμπεριφορά ως προβληματική και να λάβουν θεραπεία, οι διαπροσωπικές τους σχέσεις είναι κατά κανόνα συγκρουσιακές και δυσλειτουργικές τόσο στο εργασιακό όσο και στο κοινωνικό και οικογενειακό τους περιβάλλον.