Για εμένα η Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή (ΙΔΨ) ήταν μία άγνωστη διαταραχή μέχρι την ηλικία των 20 ετών, στο δεύτερο έτος των σπουδών μου. Τότε ήταν και η στιγμή που μου χτύπησε την πόρτα. Ξεκίνησε με μία παράλογη ανησυχία, ότι μπορεί να έχω κολλήσει AIDS μέσα στα Μέσα Μαζικής Μεταφοράς, ή πατώντας κάτι στο δρόμο, όπως κάποια βελόνα σύριγγας. Γρήγορα όμως η ανησυχία αυτή σταμάτησε να με απασχολεί, αφού μάλιστα είχα πάρει την επιβεβαίωση που χρειαζόμουν, διαβάζοντας πώς μεταδίδεται το AIDS. Ή… για να είμαι πιο σωστή, είχε ήδη πάρει μια νέα μορφή.

Μια μέρα καθώς βρισκόμουν στο μετρό μία νέα σκέψη (δεν γνώριζα ακόμα τότε ότι η σωστή ονομασία ήταν «ιδεοληψία») ήρθε για να μου προκαλέσει πολύ μεγαλύτερη αναστάτωση. Η σκέψη αυτή ήταν να πάθει κάτι κακό μία κοπέλα που είδα στο βαγόνι. Αγχώθηκα με την σκέψη, κυρίως γιατί έμοιαζε σαν να είναι κάτι που επιθυμώ να συμβεί. Σταδιακά, η σκέψη αυτή επεκτάθηκε και ένιωθα σαν να εύχομαι να πάθουν κάτι κακό οι δικοί μου άνθρωποι, οι άνθρωποι του περιβάλλοντος μου και όποιος άνθρωπος βρισκόταν στο δρόμο μου, ακόμα και άνθρωποι που έβλεπα στην τηλεόραση. Κάπου εκεί άρχισα να αναζητώ στο διαδίκτυο τι είναι όλο αυτό, αν είμαι κακός άνθρωπος και αν όλα αυτά μπορούν να συμβούν μόνο και μόνο επειδή «τα εύχομαι». Παράλληλα, βέβαια, άρχισαν και οι καταναγκασμοί (κυρίως το πλύσιμο των χεριών), που λειτουργούσαν για εμένα ως «πράξεις ακύρωσης» των ανεπιθύμητων ευχών-σκέψεων, οι οποίες πλέον είχαν γίνει ασταμάτητες και χτυπούσαν ανελέητα. Ένιωθα ότι χάνω τον εαυτό μου, ένιωθα τύψεις για τα πάντα και ένιωθα υπεύθυνη για ό,τι δυσάρεστο άκουγα.

Ευτυχώς, τα συμπτώματα αυτά είναι κλασικά συμπτώματα ΙΔΨ, οπότε η αναζήτηση στο διαδίκτυο μού εμφάνισε την νέα αυτή για εμένα διαταραχή, που είχε έρθει ξαφνικά στη ζωή μου. Πήρα άμεσα τηλέφωνο μία ψυχολόγο και της είπα ότι θέλω να την επισκεφτώ, γιατί νομίζω ότι έχω ΙΔΨ. Δυστυχώς, βέβαια, δεν ήταν εξειδικευμένη στη θεραπεία της διαταραχής, οπότε και τα αποτελέσματα της θεραπείας δεν κράτησαν για πολύ. Σιγά σιγά, πήρε κι άλλες μορφές.                     

Η οδήγηση για εμένα ήταν το επόμενο κομμάτι της ζωής μου που έμελλε να γίνει εφιάλτης. Κάθε λακκούβα στο δρόμο, κάθε ήχος ή κάποιο σημάδι στο αυτοκίνητο ήταν για εμένα αρκετά για να θεωρήσω ότι έχω χτυπήσει κάποιον άθελά μου. Ξεκίνησα, λοιπόν, τους επανελέγχους, γυρνούσα στους δρόμους απ’ όπου είχα περάσει, έψαχνα στο διαδίκτυο για τροχαία ατυχήματα, μέχρι και στο ακραίο σημείο που ήθελα να τηλεφωνήσω στην τροχαία έφτασα. Ένιωθα ότι πια δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Είχα μοιραστεί όσα μου συνέβαιναν με τους δικούς μου ανθρώπους, αλλά κανείς δεν μπορούσε να με «σώσει» από τον εφιάλτη που ζούσα. Ευτυχώς, τότε, ξεκίνησα τη θεραπεία μου με την ψυχολόγο μου, που με βοήθησε να αντιμετωπίσω τη διαταραχή.

Η θεραπεία, βέβαια, δεν ήταν κάτι εύκολο. Έπρεπε να εκτεθώ σε όλες τις καταστάσεις που μου προκαλούσαν ιδεοληψίες, μειώνοντας τους καταναγκασμούς. Και οι ιδεοληψίες ακόμη δεν σταματούσαν, αλλά επεκτείνονταν, έπαιρναν νέες μορφές, κάνοντάς με να πιστεύω ότι είμαι επικίνδυνη να βλάψω κάποιον άνθρωπο είτε άθελά μου είτε σκόπιμα. Η σταδιακή, όμως, έκθεση και τα μικρά βήματα για αποφυγή των καταναγκασμών σταδιακά μου έδιναν το κουράγιο να προσπαθώ, ξέροντας ότι δεν έχω άλλη επιλογή, αφού η ΙΔΨ ήταν ικανή να με απομακρύνει από όσα αγαπώ, τους δικούς μου ανθρώπους, το επάγγελμά μου, την καθημερινότητά μου αλλά ήμουν αποφασισμένη να μην την αφήσω.

Κατά τη διάρκεια της θεραπείας και ενώ ένιωθα ότι ζω σε μία μόνιμη κατάσταση κινδύνου, μου χτύπησε την πόρτα ο αληθινός κίνδυνος. Είδα τα αγαπημένα μου πρόσωπα στα κρεβάτια νοσοκομείων και άρχισα να συνειδητοποιώ ποιος είναι ο αληθινός κίνδυνος. Μέχρι εκείνη τη στιγμή φοβόμουν μέχρι και να περπατήσω στο δρόμο, με την ιδεοληψία ότι θα χτυπήσω ακόμα και πεζή κάποιον άνθρωπο, ή να μπω στο μετρό, με την ιδεοληψία ότι θα σπρώξω κάποιον στις ράγες. Τότε όμως δεν είχα το περιθώριο να δώσω αξία στις ιδεοληψίες αυτές, αφού ο μεγαλύτερος φόβος μου, ότι θα πάθουν κάτι κακό οι δικοί μου άνθρωποι ήταν ήδη εδώ και εγώ έπρεπε να είμαι δίπλα τους μέχρι να βγούμε από τον πραγματικό κίνδυνο, που σίγουρα δεν αντιμετωπίζεται με καταναγκασμούς.

Τώρα πια που έχουν περάσει σχεδόν δύο χρόνια που βρίσκομαι σε θεραπεία και μετά από το «ταρακούνημα» των νοσοκομείων, νιώθω ότι η ΙΔΨ ήρθε για να μου μάθει πώς πρέπει να ζούμε τη ζωή μας. Εκεί που ένιωθα ότι είμαι πολύ άτυχη γι’ αυτό που μου συμβαίνει, τώρα νιώθω πολύ τυχερή που μπόρεσα να αντιμετωπίσω μια τόσο δύσκολη πρόκληση και πια να μπορώ να ξεπερνάω τις περισσότερες ιδεοληψίες, χωρίς καταναγκασμούς και άγχος. Έχω βγει από τον εφιάλτη που ήταν για εμένα η ΙΔΨ και νιώθω ότι είναι πλέον μία διαχειρίσιμη κατάσταση, που θέλει δύναμη για να ξεπεραστεί, αλλά δίνει και δύναμη όταν αρχίζεις να βλέπεις τα αποτελέσματα της σωστής θεραπείας.

Δεν ξέρω, λοιπόν, αν η ΙΔΨ ήρθε για να αλλάξει τη ζωή μου προς το χειρότερο ή προς το καλύτερο. Η δύσκολη περίοδος που πέρασα σίγουρα δεν είναι κάτι που θα ξεχάσω, όμως τώρα που βλέπω ότι μπορώ να κάνω όλα όσα με ευχαριστούν, ότι έχω δίπλα μου τους ανθρώπους που αγαπάω, ότι οδηγάω, ενώ έτρεμα μόνο στη σκέψη να μπω στο αυτοκίνητο, νιώθω αισιοδοξία ότι όλα θα πάνε καλά. Και αν έμαθα κάτι από όλο αυτό το δύσκολο ταξίδι, είναι ότι η ζωή μας είναι απρόβλεπτη, αλλά χρειάζεται η προσωπική θέληση, ώστε να μπορείς να αντιμετωπίσεις τις δυσκολίες. 

Και τελικά πόσα προληπτικά μέτρα να πάρεις, για να αποφύγεις τον ψεύτικο κίνδυνο των ιδεοληψιών αλλά και τους αληθινούς κινδύνους της ζωής; Αυτό, λοιπόν, που κρατάω από την περιπέτειά μου με την ΙΔΨ είναι ότι έμαθα να χαίρομαι την κάθε μέρα, γιατί τίποτα δεν είναι δεδομένο. Η ΙΔΨ ήρθε για να με κάνει να νιώσω ότι χάνω τον εαυτό μου, ότι χάνω τα πάντα, αλλά τελικά μου έμαθε να εκτιμώ στο έπακρο όσα έχω και να μην τα παρατάω ποτέ, ακόμα και αν ο αντίπαλος έχει τερατώδη μορφή και «υπερφυσικές δυνάμεις», όπως η ΙΔΨ. Για όλα αυτά, λοιπόν, μπορώ να πω ότι η ΙΔΨ ήρθε για να αλλάξει τη ζωή μου προς το καλύτερο. Αφού μου έμαθε πώς να ζω!

Ε.Β.

                                                                                     

 

Την επίσημη διάγνωση για το εάν το παιδί σας πάσχει από Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή (ΙΨΔ) τη δίνει ένας ειδικός ψυχικής υγείας. Για να δώσει τη διάγνωση αυτή, βασίζεται σε συγκεκριμένα διαγνωστικά κριτήρια, τα οποία είναι τα εξής:

Α. Παρουσία ιδεοληψιών ή καταναγκασμών ή και των δύο.

Ιδεοληψίες, όπως ορίζονται από τα (1) και (2):

  1. Επαναλαμβανόμενες και επίμονες ανεπιθύμητες σκέψεις, εικόνες ή παρορμήσεις οι οποίες βιώνονται, κάποιες φορές κατά τη διάρκεια της διαταραχής ως παρείσακτες και απρόσφορες και στα περισσότερα άτομα προκαλούν έντονο άγχος ή ενόχληση.
  2. Το άτομο προσπαθεί να αγνοεί ή να καταστέλλει τέτοιες σκέψεις, παρορμήσεις ή εικόνες ή να τις εξουδετερώνει με κάποια άλλη σκέψη ή πράξη (π.χ., εκτελώντας έναν καταναγκασμό).

Καταναγκασμοί, όπως ορίζονται από (1) και (2):

  1. Επαναληπτικές συμπεριφορές (π.χ., πλύσιμο χεριών, τακτοποίηση, επανέλεγχος) ή νοερές πράξεις (π.χ., προσευχές, μετρήσεις, σιωπηρές επαναλήψεις λέξεων), τις οποίες το άτομο αισθάνεται υποχρεωμένο να εκτελέσει ως απάντηση σε μια ιδεοληψία ή σύμφωνα με συγκεκριμένους αυστηρούς κανόνες.
  2. Οι συμπεριφορές ή νοερές πράξεις αποβλέπουν στην αποτροπή ή μείωση της ενόχλησης ή στην αποτροπή κάποιου απευκταίου γεγονότος ή κατάστασης. Ωστόσο, αυτές οι συμπεριφορές ή νοερές πράξεις δεν συνδέονται με ρεαλιστικό τρόπο με αυτό για το οποίο έχουν σχεδιαστεί να εξουδετερώνουν ή να αποτρέπουν ή είναι σαφώς υπερβολικές. (Σημειώνεται ωστόσο ότι τα μικρά παιδιά μπορεί να μην είναι σε θέση να διατυπώσουν με σαφήνεια τους στόχους αυτών των συμπεριφορών ή νοερών πράξεων).

Β. Οι ιδεοληψίες και οι καταναγκασμοί είναι χρονοβόροι (π.χ., παίρνουν περισσότερο από μία ώρα την ημέρα), προκαλούν σημαντική ενόχληση στο άτομο, ή έκπτωση στην κοινωνική, στην ακαδημαϊκή ή την επαγγελματική ή σε άλλους σημαντικούς τομείς της λειτουργικότητας του ατόμου. 

Γ. Οι ιδεοληψίες και οι καταναγκασμοί δεν οφείλονται στις φυσιολογικές δράσεις μιας ουσίας (π.χ., παράνομη ουσία ή φάρμακο) ή σε άλλη σωματική κατάσταση.

Δ. Η διαταραχή δεν εξηγείται καλύτερα με τα συμπτώματα κάποιας άλλης Ψυχικής Διαταραχής.

Για τη διάγνωση της διαταραχής ο ειδικός ψυχικής υγείας λαμβάνει επίσης υπόψη του τα συγκεκριμένα κριτήρια ( ICD-10) που θέτει ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας για τη διάγνωση της ΙΨΔ, βάσει των οποίων οι ιδεοληψίες ή οι καταναγκασμοί ή και τα δύο πρέπει να είναι παρόντα τις περισσότερες μέρες, τουλάχιστον για δύο συνεχόμενες εβδομάδες και να αποτελούν πηγή δυσφορίας ή να επηρεάζουν τις δραστηριότητες του παιδιού. Επιπλέον, πρέπει (α) οι ιδεοληψίες και οι καταναγκασμοί να αναγνωρίζονται από το άτομο ως προερχόμενα από τις δικές του σκέψεις ή παρορμήσεις, (β) να υπάρχει τουλάχιστον μία σκέψη ή πράξη προς την οποία το άτομο εξακολουθεί να ανθίσταται, μολονότι μπορεί να υπάρχουν και άλλες προς τις οποίες το άτομο δεν ανθίσταται πλέον, (γ) η σκέψη εκτέλεσης της πράξης δεν προκαλεί ευχαρίστηση (η απλή ανακούφιση από την ένταση και το άγχος δεν συνιστά υπό αυτή την έννοια ευχαρίστηση), και (δ) οι σκέψεις, εικόνες ή οι παρορμήσεις είναι δυσάρεστα επαναλαμβανόμενες (WHO, 1992).

Παρόλο όμως που η ΙΨΔ είναι μία δυνητικά χρόνια διαταραχή με σοβαρές επιπτώσεις στη λειτουργικότητα του παιδιού και με δυσμενή πρόγνωση για την εξέλιξή του, η διαταραχή εξακολουθεί σε αρκετές περιπτώσεις να παραμένει άγνωστη και αδιάγνωστη ή να διαγιγνώσκεται λανθασμένα. Αυτό συμβαίνει ιδιαίτερα όταν τα συμπτώματά της είναι σπάνια και λιγότερο γνωστά ή βιώνονται εσωτερικά και δεν γίνονται επομένως ορατά από τρίτους (π.χ., μέτρημα, προσευχή), γεγονός που καθυστερεί σημαντικά την ανίχνευσή της. Αυτό, τουλάχιστον εν μέρει, οφείλεται επίσης και στο ότι η αξιολόγηση και η διάγνωση της ΙΨΔ στην παιδική ηλικία σε πολλές περιπτώσεις αποτελεί μία αρκετά σύνθετη  διαδικασία, η οποία προϋποθέτει τόσο άριστη γνώση της τυπικής φυσιολογικής ανάπτυξης των παιδιών όσο και του εύρους της ψυχοπαθολογίας της παιδικής ηλικίας. Εξάλλου, οι ειδικοί ψυχικής υγείας έχουν πολλές προκλήσεις να αντιμετωπίσουν σε ό,τι αφορά τη διάγνωση της διαταραχής, καθώς τα περισσότερα παιδιά με ΙΨΔ εκδηλώνουν συνήθως μεγάλο εύρος συμπτωμάτων της διαταραχής, τα οποία μάλιστα αλλάζουν με το πέρασμα του χρόνου. Νιώθουν, επίσης, έντονη ντροπή και μεγάλη αμηχανία να μιλήσουν και να αποκαλύψουν το περιεχόμενο των συμπτωμάτων τους, ιδιαίτερα αν αυτό έχει σεξουαλικό περιεχόμενο. Πολλά παιδιά επομένως κρατούν τα συμπτώματά τους κρυφά ακόμη και από τους οικείους τους για πολλά χρόνια.  Επιπλέον, μία μικρή υποκατηγορία των παιδιών με τη διαταραχή δεν βιώνει καθόλου ενόχληση ή δυσφορία εξαιτίας των συμπτωμάτων τους, γεγονός που περιπλέκει τη διαγνωστική διαδικασία.

Ταυτόχρονα, στη διάρκεια της προσχολικής ηλικίας πολλά παιδιά εμφανίζουν φυσιολογικές για την ηλικία τους ρουτίνες ή συνήθειες (π.χ. εξεζητημένες ρουτίνες ή τελετουργίες για την ώρα του φαγητού ή του ύπνου, θέλουν να γίνονται τα πράγματα «ακριβώς έτσι»,  κ.α.). Αυτές οι συνήθειες, οι οποίες διαρκούν συνήθως λίγη ώρα και δεν εμποδίζουν την ομαλή λειτουργία του παιδιού ή της οικογένειάς του, θεωρούνται μέρος της τυπικής φυσιολογικής ανάπτυξης των παιδιών, αν και επιφανειακά μοιάζουν με τις τελετουργίες ή τις καταναγκαστικές πράξεις που χαρακτηρίζουν την ΙΨΔ, τουλάχιστον όπως αυτές παρουσιάζονται στα πρώτα στάδια εκδήλωσης της διαταραχής.  Οι τελετουργίες και οι καταναγκαστικές πράξεις που οφείλονται στην ΙΨΔ, ωστόσο, κατά κανόνα εμφανίζονται αργότερα, στη διάρκεια της μέσης παιδικής ηλικίας, και συνήθως φαίνονται περίεργες στα άλλα παιδιά ή και στο ίδιο το παιδί και στους ενήλικες. Το σημαντικότερο δε χαρακτηριστικό αυτών είναι ότι συνήθως διαρκούν πολλή ώρα και σχεδόν πάντα προκαλούν αναστάτωση και αποδιοργάνωση στο ίδιο το παιδί ή/και στην οικογένεια του.

Ένα άλλο ζήτημα που κάνει τη διάγνωση της ΙΨΔ παιδική ηλικία σύνθετη είναι το γεγονός ότι ένα πολύ μεγάλο ποσοστό των παιδιών με ΙΨΔ, το οποίο μάλιστα φθάνει το 75%,  πληροί τα αναγκαία διαγνωστικά κριτήρια και για άλλες διαταραχές. Μάλιστα ορισμένες από αυτές τις διαταραχές μιμούνται τα συμπτώματα της ΙΨΔ, γεγονός που μπορεί να παραπλανήσει τους λιγότερο έμπειρους ειδικούς ψυχικής υγείας.  Συγκεκριμένα, η διαταραχή μυοσπασμάτων ή το σύνδρομο Tourette χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενες ακούσιες κινήσεις (τικ) και, επομένως, συχνά είναι αρκετά δύσκολο να γίνει η διάκριση ανάμεσα σε ένα σύνθετο τικ (το οποίο είναι ακούσιο) και σε μία καταναγκαστική πράξη (η οποία είναι εκούσια). Η διάκριση αυτή είναι ωστόσο πολύ σημαντική καθώς στα παιδιά με σύνδρομο Tourette η παρουσία συμπτωμάτων ΙΨΔ φαίνεται ότι προκαλεί τη μεγαλύτερη επίπτωση στη λειτουργικότητά τους. Επίσης, στις Διαταραχές του Αυτιστικού Φάσματος, ένα παιδί με αυτισμό κάνει στερεότυπες επαναλαμβανόμενες κινήσεις ή ρουτίνες. Αρκετές φορές, επομένως, η διάκριση ανάμεσα σε μία καταναγκαστική πράξη (η οποία εκτελείται με σκοπό να μειωθεί η δυσφορία και το άγχος που προκαλεί μία ιδεοληπτική σκέψη) και σε μία στερεότυπη πράξη, η οποία αποσκοπεί στην ευχαρίστηση, αποτελεί πρόκληση για τον ειδικό ιδιαίτερα μάλιστα αν ληφθεί υπόψη ότι οι δύο αυτές διαταραχές συχνά συνυπάρχουν. Σε περίπτωση ωστόσο που συνυπάρχουν μία ή περισσότερες διαταραχές η θεραπευτική παρέμβαση χρειάζεται να προσαρμόζεται ώστε να αντιμετωπίζεται όλο το εύρος της υπάρχουσας ψυχοπαθολογίας.

Για τους παραπάνω λόγους υπογραμμίζεται η αναγκαιότητα για ενδελεχή και εμπειρικά τεκμηριωμένη αξιολόγησή της διαταραχής προκειμένου να απαντηθούν ζητήματα διαφοροδιάγνωσης και συννοσηρότητας, να προσδιοριστεί το εύρος και η βαρύτητα των συμπτωμάτων της διαταραχής και να αξιολογηθεί η επίπτωση τους στη λειτουργικότητα του παιδιού.

Η Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή είναι μία ιδιαίτερα ετερογενής διαταραχή σε ό,τι αφορά τις μορφές και το περιεχόμενο που μπορούν να πάρουν οι ιδεοληψίες των ατόμων που πάσχουν από αυτήν. Μια μορφή της, ιδιαίτερα βασανιστική, είναι και αυτή των Βίαιων ή/και Σεξουαλικών Ιδεοληψιών και του Φόβου Πρόκλησης Βλάβης. Τα άτομα με τη μορφή αυτή βασανίζονται από ανεπιθύμητες και επαναλαμβανόμενες ιδεοληψίες  (σκέψεις, εικόνες ή παρορμήσεις) βίαιου, επιθετικού ή/και σεξουαλικά αποτρόπαιου περιεχομένου, οι οποίες επιμένουν και τους προκαλούν έντονη δυσφορία και πανικό. Μπορεί, για παράδειγμα, να βασανίζονται από σκέψεις και αμφιβολίες ότι μπορεί να μαχαιρώσουν ή να κάψουν τον σύντροφο ή το παιδί τους ή ακόμη και να βάλουν στον φούρνο το νεογέννητό τους.  Οι ιδεοληψίες αυτές βιώνονται ως ιδιαιτέρως βασανιστικές. Παρά το γεγονός ότι το άτομο προσπαθεί απεγνωσμένα να απαλλαγεί από αυτές, αυτές επιμένουν και μάλιστα με το πέρασμα του χρόνου πολλαπλασιάζονται. Αποτέλεσμα είναι τα άτομα αυτά να φοβούνται ότι είναι επικίνδυνα και να ανησυχούν ότι μπορεί να χάσουν τον έλεγχο της συμπεριφοράς τους και να κάνουν πράξη όσα σκέφτονται, άθελά τους ή ακόμη και σκόπιμα. Εξαιτίας αυτού του φόβου τους, παίρνουν συνεχώς περισσότερα μέτρα  προφύλαξης και αποφεύγουν καταστάσεις, προκειμένου να αποκλείσουν κάθε ενδεχόμενο να κάνουν πράξη όσα σκέφτονται και φοβούνται.

Ο 20χρονος Ανδρέας, για παράδειγμα, εδώ και 9 μήνες από τότε που εκδηλώθηκε η Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή, δεν χρησιμοποιεί κανένα αιχμηρό αντικείμενο όταν βρίσκεται στον ίδιο χώρο με τους γονείς του και το βράδυ κλειδώνει την πόρτα του δωματίου του, από φόβο μήπως στη διάρκεια της νύχτας ενώ οι γονείς του κοιμούνται, χάσει τον έλεγχο και τους μαχαιρώσει. Η 37χρονη Ελένη μαγειρεύει πάντα μόνη της και κλειδώνει σε ντουλάπι τα καθαριστικά από φόβο μήπως ρίξει κάποιο από αυτά στο φαγητό του συζύγου της και τον δηλητηριάσει. Συχνά στη διάρκεια της μέρας κατακλύζεται από ιδεοληπτικές εικόνες, στις οποίες καρφώνει το μαχαίρι στον λαιμό του συζύγου της. Η Ελένη δεν χρησιμοποιεί ποτέ μαχαίρι εάν υπάρχει κάποιος άλλος στον ίδιο χώρο. Ο 30χρονος Άγγελος εδώ και έναν χρόνο αποφεύγει να μένει μόνος του στο σπίτι από φόβο μήπως χάσει τον έλεγχο και δώσει τέλος στη ζωή του, ενώ δεν το θέλει. Για τον Ανδρέα, τον  Άγγελο και την Ελένη οι ιδεοληπτικές αυτές σκέψεις και εικόνες έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τον χαρακτήρα και τις αξίες τους ως άνθρωποι. Το γεγονός όμως ότι έχουν τέτοιου περιεχομένου σκέψεις, μαζί με το γεγονός ότι δεν μπορούν να πάψουν να τις σκέφτονται, τους δημιουργεί έντονο αίσθημα φόβου και άμεσου κινδύνου, καθώς αδυνατούν να διασφαλίσουν στο απόλυτο ότι δεν θα κάνουν πράξη όσα δεν θέλουν και φοβούνται. Φοβούνται λοιπόν και βλέπουν τον εαυτό τους ως άτομο εν δυνάμει επικίνδυνο. Για τον λόγο αυτό αποφεύγουν πολλές καταστάσεις, στις οποίες, δοθείσης αφορμής, φοβούνται ότι θα είχαν την ευκαιρία να γίνουν επικίνδυνα και να βλάψουν τους άλλους ή τον ίδιο τους τον εαυτό.

Ποια είναι όμως η πραγματικότητα; Ποια είναι δηλαδή η επικινδυνότητα των ατόμων με Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή με βίαιου ή/και σεξουαλικού περιεχομένου ιδεοληψίες για τον εαυτό τους και τους άλλους; Για να απαντήσουμε σε αυτή την ερώτηση θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας δύο ειδών κινδύνους: τον πρωτογενή και τον δευτερογενή κίνδυνο.

Ο πρωτογενής κίνδυνος είναι αυτός που απορρέει άμεσα από το περιεχόμενο μιας ιδεοληπτικής σκέψης, εικόνας ή παρόρμησης. Αφορά δηλαδή το εάν ή όχι το άτομο με αυτή τη μορφή της διαταραχής είναι πιθανόν να κάνει πράξη μία βίαιη ιδεοληπτική του σκέψη ή εικόνα ή να δράσει παρορμητικά εξαιτίας της (για παράδειγμα, να έρθει σε σεξουαλική επαφή με κάποιο ανήλικο άτομο ή να κάνει απόπειρα να δώσει τέλος στην ζωή του).  Τέτοιος κίνδυνος είναι, στην πραγματικότητα, ανυπόστατος καθώς ποτέ κάποιο άτομο με αυτή τη μορφή της διαταραχής (αλλά και με οποιαδήποτε άλλη μορφή της) δεν έκανε πράξη το περιεχόμενο των ιδεοληψιών του! Εξ ορισμού, τέτοιου περιεχομένου ιδεοληπτικές σκέψεις, εικόνες ή παρορμήσεις βιώνονται ως ανεπιθύμητες, απεχθείς και δυστονικές, έρχονται δηλαδή σε πλήρη αντίθεση με τον χαρακτήρα του ατόμου που τις βιώνει. Ως εκ τούτου, η πιθανότητα να τις κάνει πράξη είναι στην πραγματικότητα ίση με την πιθανότητα που έχει ένα άτομο που πάσχει από υψοφοβία να πηδήξει από ένα ψηλό κτίριο!  Στην ουσία, επομένως, οι βίαιες ή/και σεξουαλικές ιδεοληπτικές σκέψεις δεν είναι τίποτε άλλο από φόβοι ή/και καταστάσεις που το άτομο δεν θα ήθελε με τίποτα να συμβούν. Ένα άτομο με Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή δεν είναι επομένως πιο πιθανόν να γίνει επικίνδυνο προς τους άλλους ή τον εαυτό του (ή δεν αποκλείεται ακόμη να είναι και λιγότερο πιθανόν να γίνει επικίνδυνο σε σχέση με ένα άτομο που δεν πάσχει από τη διαταραχή).

Ο δευτερογενής κίνδυνος αφορά τις ακούσιες συνέπειες, οι οποίες προκύπτουν ως αποτέλεσμα της προσπάθειας του ατόμου με τη διαταραχή να αποφύγει τις καταστάσεις εκείνες που του προκαλούν άγχος και φόβο. Τέτοιου είδους  δευτερογενείς κίνδυνοι είναι βάσιμοι, υπαρκτοί και συχνά σοβαροί. Για παράδειγμα, η 40χρονη Μαρία με μικροβιοφοβία, θέτει καθημερινά την υγεία της σε σοβαρό κίνδυνο καθώς κάνει μπάνιο για πολλή ώρα χρησιμοποιώντας ένα σκεύασμα με ισχυρή απολυμαντική δράση, το οποίο χρησιμοποιείται για απολύμανση σε χειρουργεία! Ο 23χρονος Αλέξανδρος κάνει τελετουργίες σε επικίνδυνα σημεία στην άκρη πεζοδρομίων δρόμων μεγάλης κυκλοφορίας εκθέτοντας την σωματική του ακεραιότητα αλλά και τη ζωή σε σοβαρό κίνδυνο. Η 20χρονη Άννα πίνει ελάχιστη ποσότητα νερού την ημέρα προκειμένου να αναβάλει τις πολύωρες τελετουργίες στις οποίες υποβάλει τον εαυτό της στη διάρκεια της ούρησης. Το ίδιο κάνει και ο 33χρονος Γιώργος με μικροβιοφοβία, ο οποίος περιορίζει σημαντικά την ποσότητα του φαγητού και του νερού που πίνει προκειμένου να μην χρειαστεί να πάει σε τουαλέτα εκτός σπιτιού. Οι δευτερογενείς κίνδυνοι μπορεί επίσης να είναι συχνά αδιόρατοι και δυσδιάκριτοι. Για παράδειγμα, η 36χρονη Έφη είναι τόσο τρομοκρατημένη με τις ιδεοληπτικές σκέψεις και εικόνες παιδόφιλου περιεχομένου που τη βασανίζουν από τη γέννηση της κόρης της, που αποφεύγει να ξοδεύει χρόνο μαζί της και να τη φροντίζει, στερώντας της έτσι τη δυνατότητα να δημιουργήσει έναν ισχυρό και ασφαλή συναισθηματικό δεσμό με τη μητέρα της.

Τα άτομα με Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή μπορεί ωστόσο κάποιες φορές να γίνουν επιθετικά. Όταν αυτό συμβαίνει δεν οφείλεται στις βίαιου περιεχομένου ιδεοληπτικές τους σκέψεις ή εικόνες, αλλά συμβαίνει κυρίως όταν κάποιος από την οικογένεια είτε σκόπιμα είτε άθελά του διακόψει ή εμποδίσει την εκτέλεση των καταναγκαστικών τους πράξεων ή όταν κάποιος παραβεί τους «κανόνες» της διαταραχής. Σε τέτοιες περιπτώσεις ένα άτομο με τη διαταραχή μπορεί να συμπεριφερθεί επιθετικά ή απειλητικά προς άλλα μέλη της οικογένειά του ή προς τους ειδικούς. Για παράδειγμα, ο 17χρονος Γιώργος γίνεται φραστικά επιθετικός όταν κάποιος «μολύνει» αντικείμενα στο δωμάτιό του ακουμπώντας τα ή όταν κάποιος πει μια «απαγορευμένη» λέξη παρουσία του. Αυτό συμβαίνει πιο συχνά στις περιπτώσεις των παιδιών και των εφήβων, επειδή στις περιπτώσεις αυτές οι γονείς συνήθως εμπλέκονται αρκετά στις ρουτίνες και τις τελετουργίες της διαταραχής και αυτό οδηγεί συχνά σε εντάσεις και προστριβές ανάμεσα στα μέλη μιας οικογένειας.

Η πλειοψηφία των ατόμων με αυτή τη μορφή της διαταραχής, όπως είναι αναμενόμενο, δεν μοιράζονται αυτές τις σκέψεις τους με άλλους, ακριβώς εξαιτίας του ότι ντρέπονται και ανησυχούν για το τι μπορεί να σημαίνουν και για το τι οι άλλοι θα σκεφτούν όταν τις ακούσουν. Η οικογένεια, οι φίλοι ή οι συνάδελφοι τους που δε γνωρίζουν τη διαταραχή είναι εύλογο να ανησυχήσουν ή τουλάχιστον να προβληματιστούν όταν ακούσουν τις σκέψεις τους. Δυστυχώς όμως ακόμη και ειδικοί ψυχικής υγείας μπορεί λανθασμένα να θεωρήσουν τα άτομα αυτά επικίνδυνα και να τα υποβάλλουν σε αχρείαστες και μακροσκελείς αξιολογήσεις επικινδυνότητας, οι οποίες τα οδηγούν σε απόγνωση και επιδεινώνουν την ήδη επιβαρυμένη ψυχική τους υγεία,  βαθαίνοντας με αυτόν τον τρόπο και τη δυσπιστία τους προς τους ειδικούς ψυχικής υγείας. Αυτό συμβαίνει εξαιτίας του ότι κάποιοι επαγγελματίες ψυχικής υγείας δεν γνωρίζουν επαρκώς τη διαταραχή. Χαρακτηριστική είναι η ατυχής περίπτωση του 28χρονου Γιάννη με Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή, ο οποίος βασανιζόταν από την ιδεοληπτική αμφιβολία ότι μπορεί να είναι παιδόφιλος. Ο Γιάννης ένιωθε πανικό στην ιδέα ότι μπορεί να νιώσει σεξουαλική διέγερση εάν ο ανιψιός του καθίσει στα γόνατά του και απέφευγε να έρχεται σε σωματική επαφή μαζί του. Όταν ο ανιψιός του καθόταν στα γόνατά του, ο Γιάννης έντρομος πήγαινε στην τουαλέτα για να δει εάν πράγματι είχε στύση. Όταν ζήτησε τη βοήθεια ενός ειδικού ψυχικής υγείας, ο ειδικός μη γνωρίζοντας επαρκώς τη διαταραχή και επηρεαζόμενος από την ιδεοληπτική αμφιβολία του Γιάννη για ένα τόσο ευαίσθητο ζήτημα, ζήτησε αξιολόγηση επικινδυνότητας για τον Γιάννη και ταυτόχρονα ενημέρωσε την οικογένειά του. Αποτέλεσμα αυτού ήταν να επιδεινωθεί η ψυχική υγεία του Γιάννη και να ενισχυθεί η ιδεοληπτική του αμφιβολία, αφού ο χειρότερός του φόβος ότι μπορεί να αποτελεί κίνδυνο για τα παιδιά φαινόταν τώρα να επαληθεύεται, ενώ η ζημιά που προκλήθηκε στην υπόληψή του ήταν βαριά και ανυπολόγιστη!

Στην πραγματικότητα, τα άτομα με αυτή τη μορφή της διαταραχής δεν είναι αναγκαίο να παίρνουν κανένα μέτρο προφύλαξης ούτε να αποφεύγουν καταστάσεις με σκοπό να διασφαλίσουν ότι δεν θα κάνουν πράξη όσα σκέφτονται. Τα μέτρα προφύλαξης που παίρνουν και οι καταστάσεις που αποφεύγουν, εκτός από το ότι είναι αχρείαστα, το σημαντικότερο είναι ότι ενισχύουν τον ιδεοληπτικό τους φόβο ότι είναι άτομα επικίνδυνα, γεγονός αβάσιμο. Μέσω της ψυχολογικής θεραπείας για την Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή τα άτομα με αυτή τη μορφή της διαταραχής ενθαρρύνονται και εξασκούνται να έρχονται σε επαφή με όλες τις καταστάσεις που αποφεύγουν, ενώ ταυτόχρονα σταδιακά μαθαίνουν να μην παίρνουν κανένα μέτρο προφύλαξης. Για παράδειγμα, η 36χρονη Έφη με τον ιδεοληπτικό φόβο παιδοφιλίας έμαθε να μένει μόνη και να φροντίζει την ατομική υγιεινή της δίχρονης κόρη της. Η 37χρονη Ελένη έμαθε να μαγειρεύει παρουσία άλλων και να μην κλειδώνει τα καθαριστικά σε ντουλάπι. Ο 20χρονος Ανδρέας έμαθε να χρησιμοποιεί μαχαίρι όταν τρώει μαζί με τους γονείς του και να μην κλειδώνει την πόρτα του δωματίου του τη νύχτα, ενώ ο 30χρονος Άγγελος κατάφερε να μένει μόνος στο σπίτι του.

Με αφορμή την επιβολή του μέτρου του προσωρινού περιορισμού της κυκλοφορίας για την αντιμετώπιση της εξάπλωσης της COVID-19 «ΜΕΝΟΥΜΕ ΣΠΙΤΙ» που επέβαλε τη φυσική απόσταση και τη συνέχιση της ψυχοθεραπείας μέσω εφαρμογών τηλεδιάσκεψης, ξεκίνησαν οι δύο  πρώτες Διαδικτυακές Ομάδες Υποστήριξης Ατόμων με Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή στην Ελλάδα. Πρόκειται για ελληνόφωνες κλειστές ολιγομελείς ομάδες, στην οποίες συμμετέχουν ενήλικες με διαγνωσμένη Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή από διάφορα μέρη της Ελλάδας.  Την επιστημονική ευθύνη και τον συντονισμό των ομάδων έχει η Δρ. Γκόλφω Λιαμάκη, Κλινική Ψυχολόγος, η οποία εξειδικεύεται στη Θεραπεία ενηλίκων και παιδιών με Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή. Λόγω του αυξημένου ενδιαφέροντος εξετάζεται επίσης η δημιουργία Ομάδας Υποστήριξης για παιδιά και έφηβους με Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή στο προσεχές μέλλον.   

Στις Ομάδες Υποστήριξης δίνεται η δυνατότητα σε ενήλικες που πάσχουν από τη διαταραχή να συναντηθούν και να μοιραστούν τις κοινές τους εμπειρίες με άλλα άτομα από διάφορες γωνιές της Ελλάδας  που αντιμετωπίζουν παρόμοιες δυσκολίες, γεγονός που έχει ευεργετική και θεραπευτική αξία αφού μπορεί να μειώσει αισθητά το αίσθημα της μοναξιάς και της απομόνωσης αλλά και της ντροπής που συχνά συνοδεύει τη διαταραχή.  Οι Ομάδες Υποστήριξης δεν σκοπεύουν να υποκαταστήσουν την ατομική ψυχοθεραπεία, καθώς όλοι οι συμμετέχοντες παρακολουθούν τακτική ατομική ψυχοθεραπεία, αλλά να τη συμπληρώσουν και να την ενισχύσουν συμβάλλοντας έτσι στην καλύτερη εμπέδωση των ψυχολογικών μεθόδων αντιμετώπισης της διαταραχής.

Οι Ομάδες Υποστήριξης είναι δωρεάν και οι συναντήσεις γίνονται μία φορά τον μήνα. Παραμένουν ανοιχτές στα μέλη της και μετά το πέρας της ατομικής τους ψυχοθεραπείας για όσο διάστημα το επιθυμούν, καθώς αποτελούν μέρος ενός προγράμματος το οποίο στοχεύει στην πρόληψη πιθανής υποτροπής της διαταραχής στο μέλλον.

Η γνωστή σε όλους μας τελειομανία ή τελειοθηρία, η οποία στην ακραία της έκφραση μπορεί να μετασχηματιστεί σε μία ψυχική διαταραχή, η οποία ονομάζεται Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή Προσωπικότητας, συχνά συγχέεται λανθασμένα με την Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή. Στην πραγματικότητα, οι δύο αυτές διαταραχές, η Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή Προσωπικότητας και η Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή, δεν ταυτίζονται αλλά αποτελούν δύο διαφορετικές ψυχιατρικές διαγνώσεις, οι οποίες είναι δυνατόν ωστόσο να συνυπάρχουν στο ίδιο άτομο. Σε τι λοιπόν διαφέρουν οι δύο αυτές κλινικές καταστάσεις;

Η Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή είναι μία σύνθετη και αρκετά δυσνόητη για τους περισσότερους διαταραχή άγχους, η οποία περιλαμβάνει ιδεοληψίες και καταναγκασμούς. Οι ιδεοληψίες είναι επαναλαμβανόμενες ιδέες αρνητικού και ανεπιθύμητου ή απαγορευμένου περιεχομένου,  οι οποίες εισβάλλουν στο μυαλό του ατόμου ακούσια και επιμένουν παρά την προσπάθειά του να απαλλαγεί από αυτές. Όταν το μυαλό του ατόμου κυριεύεται από την παρουσία μιας ιδεοληψίας, το άτομο καταλαμβάνεται από ένα οξύ αίσθημα αβεβαιότητας και αμφιβολίας και ένα αίσθημα επικείμενου και σίγουρου κινδύνου. Ως εκ τούτου, αισθάνεται έντονο φόβο, ή ακόμη και πανικό, και νιώθει υποχρεωμένο να πράξει κάτι, ώστε να αποτρέψει την επικείμενη απειλή. Καταφεύγει λοιπόν σε συγκεκριμένους καταναγκασμούς ή τελετουργίες που σκοπός τους είναι να αποτρέψουν την επικείμενη απειλή και να ανακουφίσουν το άτομο από τον φόβο του ή τη δυσφορία του.

Η Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή Προσωπικότητας (ΙΨΔΠ), είναι, όπως δηλώνει το όνομά της, μία από τις πλέον συχνές διαταραχές της προσωπικότητας και όχι μία διαταραχή άγχους, όπως είναι η Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή (ΙΨΔ)· αφορά δηλαδή σε σταθερά δυσλειτουργικά στοιχεία στον χαρακτήρα του ατόμου. Επομένως, όταν κάποιος χρησιμοποιεί την έκφραση «είμαι λίγο ή πολύ ψυχαναγκαστικός», στην πραγματικότητα αναφέρεται σε αυτόν τον τύπο προσωπικότητας και όχι στην ίδια την ΙΨΔ, η οποία είναι μία εντελώς διαφορετική κατάσταση. Ενώ λοιπόν είναι δυνατόν ένα άτομο να έχει κάποια από τα στοιχεία αυτού του τύπου προσωπικότητας, χωρίς ωστόσο να πληροί τα απαραίτητα διαγνωστικά κριτήρια για να λάβει τη διάγνωση της ΙΨΔΠ, δεν μπορεί ποτέ να έχει «λίγη» ΙΨΔ, όπως λανθασμένα πολλές φορές λέγεται. Συνεπώς είτε κάποιος πληροί τα διαγνωστικά κριτήρια για να λάβει τη διάγνωση της ΙΨΔ είτε δεν τα πληροί και άρα δεν πάσχει από τη διαταραχή.

Στην ΙΨΔΠ δεν κυριαρχούν οι ιδεοληψίες και οι καταναγκασμοί, όπως συμβαίνει στην ΙΨΔ αλλά επικρατεί ένα διάχυτο και μόνιμο μοτίβο ενασχόλησής του ατόμου με την τάξη των πραγμάτων, με την τελειότητα και με τον προσωπικό και διαπροσωπικό έλεγχο, εις βάρος της ευελιξίας και της αποτελεσματικότητας, το οποίο ξεκινάει νωρίς κατά την ενηλικίωσή του ατόμου. Κατά συνέπεια, στα άτομα με ΙΨΔΠ υπερισχύει η έμμονη και η άκαμπτη ενασχόλησή τους με κανόνες για το πώς πρέπει να γίνονται τα πράγματα, καθώς και η τελειοθηρία, σε τέτοιο βαθμό που η εργασιακή ή η ακαδημαϊκή τους απόδοση και η υγεία τους να επηρεάζονται αισθητά, ενώ επίσης αφοσιώνονται στην εργασία τους απόλυτα σε σημείο που παραμελούν την κοινωνικότητα και την ψυχαγωγία τους. Η τελειοθηρία τους μάλιστα και η ενασχόλησή τους με ανούσιες και ασήμαντες λεπτομέρειες συχνά  τα οδηγεί σε αναβολή ή ακόμη και σε αδυναμία να ολοκληρώσουν απλές καθημερινές εργασίες και υποχρεώσεις. Πολλές φορές η ενασχόλησή τους με τις λεπτομέρειες και με τους κανόνες ή με την τάξη και με την οργάνωση των πραγμάτων ή των προγραμμάτων φθάνει σε σημείο που ο πρακτικός σκοπός αυτής της ενασχόλησης χάνεται. Βλέπουν το δέντρο και χάνουν το δάσος δηλαδή. Επιπλέον είναι άτομα συγκεντρωτικά, δυσκολεύονται δηλαδή να κάνουν καταμερισμό εργασιών ή να συνεργαστούν με άλλους, διότι δεν εμπιστεύονται τους άλλους στο ότι θα καταφέρουν να κάνουν αυτό που πρέπει, όπως πρέπει. Είναι άτομα αναποφάσιστα, αναβλητικά, σχολαστικά και μίζερα και προσέχουν πολύ να μην ξοδεύουν χρήματα για τον εαυτό τους ή τους άλλους· προτιμούν να αποταμιεύουν τα χρήματά τους για τυχόν μελλοντική καταστροφή. Τα άτομα με αυτήν τη διαταραχή προσωπικότητας είναι επίσης παθολογικά ευσυνείδητα και ιδιαιτέρως άκαμπτα σε ό,τι αφορά ζητήματα ηθικής ή αξιών.

Εκτός από την κλινική τους εικόνα, δηλαδή τον τρόπο με τον οποίο  εκδηλώνεται η καθεμία από τις δύο διαταραχές, οι δύο αυτές διαταραχές διαφέρουν και ως προς την εναισθησία (insight) των ατόμων που φέρουν την κάθε διάγνωση. Συνεπώς, ενώ τα άτομα με ΙΨΔ κατά κανόνα αναγνωρίζουν ότι η συμπεριφορά τους είναι προβληματική και συνήθως επιθυμούν και δέχονται να λάβουν θεραπεία, τα άτομα με ΙΨΔΠ συνήθως δεν αναγνωρίζουν ότι ο τρόπος που σκέφτονται και λειτουργούν είναι προβληματικός και ως εκ τούτου δεν πιστεύουν ότι χρειάζονται θεραπεία. Εξαιτίας της αδυναμίας τους να αναγνωρίσουν τη συμπεριφορά ως προβληματική και να λάβουν θεραπεία, οι διαπροσωπικές τους σχέσεις είναι κατά κανόνα συγκρουσιακές και δυσλειτουργικές τόσο στο εργασιακό όσο και στο κοινωνικό και οικογενειακό τους περιβάλλον.