Ανώνυμη μαρτυρία

Είμαι 19 ετών. Από έξω φαίνομαι φυσιολογικός. Ήσυχος, ευγενικός. Μα μέσα μου ζω καθημερινά έναν πόλεμο. Όχι με άλλους. Με το ίδιο μου το μυαλό. Φοβάμαι πως κάτι — μια ουσία, ένα αντικείμενο, ακόμα και μια σκέψη — μπορεί να εισβάλει στον εγκέφαλό μου και να με αλλάξει. Όχι να με αρρωστήσει. Να με αλλοιώσει. Να πάψω να είμαι ο εαυτός μου.

Όλα ξεκίνησαν σιγά-σιγά. Ένιωθα ότι αν αγγίξω κάτι που προέρχεται από την Κίνα, κάτι κακό θα περάσει μέσα μου. Όχι κάτι μολυσματικό όπως ένα μικρόβιο, αλλά κάτι άυλο, μια «ενέργεια», μια επιρροή που θα μετατρέψει τη σκέψη μου. Άρχισα να αποφεύγω αντικείμενα, ρούχα, ηλεκτρονικές συσκευές. Στην αρχή έψαχνα απλώς ετικέτες. Μετά άρχισα να περνάω ατελείωτες ώρες στο ίντερνετ, να παίρνω τηλέφωνα σε εταιρείες, να ρωτάω για την προέλευση των υλικών. Έπρεπε να ξέρω ακριβώς από πού προέρχεται το καθετί.

Αν δεν είμαι σίγουρος, δεν μπορώ να το χρησιμοποιήσω. Αν το αγγίξω, πρέπει να πλύνω τα χέρια μου, να τα απολυμάνω με οινόπνευμα πριν κάνω οτιδήποτε άλλο — ειδικά αν πρόκειται να αγγίξω το κεφάλι μου. Το κεφάλι είναι η πύλη για τον νου, και ο νους… είναι το πιο εύθραυστο κομμάτι μου.

Με τρομάζει η κάνναβη. Όχι η ιδέα να τη δοκιμάσω — αυτό δεν θα το έκανα ποτέ. Με τρομάζει η ιδέα ότι ίσως την εισπνεύσω άθελά μου. Αν περάσω κοντά από κάποιον που φαίνεται «ύποπτος», αλλάζω πεζοδρόμιο. Κρατάω την αναπνοή μου, δεν εισπνέω από το στόμα. Έχω μιλήσει με αγνώστους στον δρόμο μόνο και μόνο για να τους «ανακρίνω» διακριτικά. Θέλω να μάθω αν ήταν υπό την επήρεια. Μήπως εγώ εκτέθηκα. Μήπως κάτι πέρασε μέσα μου και με επηρεάζει ήδη.

Το ίδιο φοβάμαι με την ακτινοβολία: Wi-Fi, κινητά, δίκτυα. Όχι για αρρώστιες. Για τον εγκέφαλό μου. Μήπως αλλοιώσουν τη σκέψη μου χωρίς να το καταλάβω. Μήπως καταστραφεί κάτι στη σκέψη. Και δεν θα μπορώ πια να σκεφτώ όπως παλιά.

Μια άλλη φοβία που με κυνηγάει είναι η μόλυνση από παράσιτα, όπως η ταινία (tapeworm). Δεν με τρομάζει τόσο η αρρώστια. Με τρομάζει η ιδέα ότι, αν αυτό το πράγμα φτάσει στον εγκέφαλό μου, θα χαλάσει κάτι βαθύτερο — το ποιος είμαι.

Υπήρξαν μέρες — πολλές μέρες — που δεν έβγαινα καθόλου από το σπίτι. Ούτε τα παράθυρα δεν άνοιγα. Φοβόμουν ότι ο αέρας μπορεί να κουβαλάει κάτι βλαβερό. Ένιωθα πως ο μόνος τρόπος να προστατέψω το μυαλό μου ήταν να απομονωθώ τελείως. Κι έτσι, έμεινα μέσα. Κι όσο νόμιζα ότι προφυλάσσομαι, τόσο έχανα την επαφή με τον κόσμο. Και με τον εαυτό μου.

Αλλά και όταν έβγαινα, δεν ησύχαζα. Το σώμα μου ήταν έξω, αλλά το μυαλό μου έκανε ελέγχους. Αναδρομές. Εσωτερικά τεστ. «Σκέφτομαι όπως πριν; Νιώθω αλλιώς; Έχω χάσει κάτι; Έχω αλλάξει;» Αφιερώνω πολλές ώρες καθημερινά σε αυτό: στο να αναλύω, να συγκρίνω, να εξετάζω αν είμαι ακόμα εγώ. Και όσο ψάχνω, τόσο περισσότερο νιώθω ότι χάνομαι.

Μέχρι που κάποιος μου έδωσε το πιο λυτρωτικό πράγμα: ένα όνομα. Mental contamination. Νοητική μόλυνση. Μια μορφή Ιδεοψυχαναγκαστικής Διαταραχής.

Και ξεκίνησα θεραπεία.

Εκεί έμαθα ότι δεν μπορώ να είμαι σίγουρος για τα πάντα. Δεν μπορώ να αποδείξω ότι δεν με επηρέασε κάτι. Δεν χρειάζεται να «διορθώνω» κάθε φόβο. Έμαθα ότι μπορώ να νιώθω αβεβαιότητα και να προχωρώ παράλληλα με αυτήν. Δεν είναι εύκολο. Κάθε φορά που δεν ελέγχω, νιώθω έκθετος. Αλλά κάθε φορά που αντέχω, επιστρέφει ένα μικρό κομμάτι από μένα. Δεν έχω φτάσει ακόμα εκεί που θέλω. Αλλά για πρώτη φορά πιστεύω ότι μπορώ να φτάσω.

Επιστημονικό Σχόλιο

από τη Γκόλφω Λιαμάκη, Κλινική Ψυχολόγο – Ειδικευμένη στην Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή

Η παραπάνω αφήγηση είναι μια αντιπροσωπευτική αλλά σπάνια ακουσμένη περιγραφή ενός υποτύπου της Ιδεοψυχαναγκαστικής Διαταραχής (ΙΨΔ), που αποκαλείται νοητική μόλυνση (mental contamination). Σε αυτή τη μορφή της διαταραχής, το άτομο δεν φοβάται τη σωματική βλάβη ή τη μετάδοση μικροβίων, αλλά μια πιο άυλη, ψυχική ή νοητική «μόλυνση» — την απειλή ότι κάτι θα αλλοιώσει τον εσωτερικό του κόσμο: τις σκέψεις, τα συναισθήματα, την ταυτότητά του.

Οι «μολυσματικοί παράγοντες» δεν είναι πάντα υλικά — συχνά είναι άυλοι ή συμβολικοί: ένα άτομο που θεωρείται «επικίνδυνο», μια ιδέα, ακόμη και η ανάμνηση ενός γεγονότος. Η απειλή βιώνεται έντονα και πυροδοτεί έντονο άγχος, που το άτομο προσπαθεί να καταπραΰνει μέσα από:

  • αποφυγές (δεν πλησιάζει μέρη, αντικείμενα, ανθρώπους),

  • καταναγκασμούς (καθαρισμός, απολύμανση, επανεξέταση σκέψεων, διαβεβαιώσεις),

  • και κυρίως, νοητικούς ελέγχους (αναλύσεις για το αν “αλλοιώθηκε”, συγκρίσεις με τον «παλιό του εαυτό», συνεχής έλεγχος για αλλαγές στη σκέψη ή στο συναίσθημα).

Αυτό το είδος ΙΨΔ συχνά παρεξηγείται ή δεν αναγνωρίζεται, τόσο από το ίδιο το άτομο όσο και από το περιβάλλον του. Πολλοί νιώθουν ντροπή, σύγχυση ή αδυναμία να εξηγήσουν τι ακριβώς βιώνουν. Για τον λόγο αυτό, η έγκαιρη διάγνωση και εξειδικευμένη κατανόηση είναι κρίσιμες.

Η θεραπεία πρώτης γραμμής για την ΙΨΔ, ανεξαρτήτως υποτύπου, είναι η Έκθεση και Παρεμπόδιση της Αντίδρασης (ΕμΠΑ), μια δομημένη και τεκμηριωμένη μέθοδος της Γνωσιακής Συμπεριφορικής Θεραπείας. Στην περίπτωση της νοητικής μόλυνσης, η έκθεση περιλαμβάνει:

🔸 το να αγγίζει ή να πλησιάζει «επικίνδυνα» αντικείμενα, μέρη ή ανθρώπους χωρίς να προβαίνει σε καταναγκασμούς διαβεβαίωσης ή καθησυχασμού
🔸 να επιτρέπει στην αβεβαιότητα να υπάρχει, χωρίς να προσπαθεί να βεβαιωθεί πως «δεν άλλαξε».

Η συμμετοχή σε θεραπεία με επαγγελματία που έχει εξειδίκευση στην ΙΨΔ είναι απαραίτητη για να υπάρξει πρόοδος.

Συμπερασματικά

Η νοητική μόλυνση είναι μια υποαναγνωρισμένη μορφή ΙΨΔ που μπορεί να έχει σημαντικό αντίκτυπο στη λειτουργικότητα και στην ποιότητα ζωής. Ωστόσο, είναι πλήρως αντιμετωπίσιμη μέσω εξειδικευμένης θεραπείας. Η έγκαιρη αναγνώριση και παρέμβαση μειώνουν το βάρος των συμπτωμάτων και βελτιώνουν την πρόγνωση.

Γράφει η Γκόλφω Λιαμάκη

Η Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή (ΙΨΔ) μπορεί να πάρει πολλές μορφές — κάποιες πιο αναγνωρίσιμες, όπως ο έλεγχος ή η καθαριότητα, και άλλες λιγότερο γνωστές, που συχνά παρανοούνται ή δεν αναγνωρίζονται έγκαιρα. Μία από αυτές είναι η ΙΨΔ επικεντρωμένη στις σωματικές λειτουργίες, γνωστή στην αγγλόφωνη βιβλιογραφία και ως Sensorimotor OCD.

Τι είναι;

Σε αυτή τη μορφή ΙΨΔ, το άτομο παγιδεύεται στην επίμονη παρατήρηση λειτουργιών του σώματος που κανονικά είναι αυτόματες και περνούν απαρατήρητες. Η εστίαση αυτή δεν είναι περιστασιακή· γίνεται καθημερινός και βασανιστικός κύκλος που προκαλεί έντονη δυσφορία.

Συνήθεις εστίες υπερ-εστίασης:

  • Η αναπνοή

  • Η κατάποση

  • Οι χτύποι της καρδιάς

  • Το βλεφάρισμα ή η κίνηση των ματιών

  • Η θέση της γλώσσας ή άλλες εσωτερικές αισθήσεις

Το άτομο μπορεί να αισθάνεται ότι δεν μπορεί να «ξεκολλήσει» το μυαλό του από τη λειτουργία που παρατηρεί, και βιώνει φόβο ότι αυτό θα διαρκέσει για πάντα.

Πώς βιώνεται αυτή η εμπειρία;

Άτομα με αυτή τη μορφή ΙΨΔ συχνά αναφέρουν:

  • Μόνιμη επίγνωση της λειτουργίας (π.χ. «νιώθω κάθε μου ανάσα»).

  • Φόβο απώλειας ελέγχου («αν συνεχίσω να την προσέχω, θα τρελαθώ»).

  • Απώλεια συγκέντρωσης σε άλλες δραστηριότητες.

  • Προσπάθειες να “ξεχάσουν” ή να “διορθώσουν” την αίσθηση.

Αυτές οι αντιδράσεις συνήθως οδηγούν σε έντονο άγχος, κόπωση και αίσθηση αδιεξόδου.

Τελετουργίες και αποφυγές

Οι τελετουργίες σε αυτόν τον υπότυπο της ΙΨΔ είναι συνήθως νοητικές ή συμπεριφορικές και περιλαμβάνουν:

  • Εσκεμμένες προσπάθειες απόσπασης της προσοχής.

  • Επανειλημμένοι έλεγχοι της λειτουργίας (π.χ. ρυθμός αναπνοής).

  • Αναζήτηση βεβαιότητας ότι «όλα είναι φυσιολογικά».

  • Αποφυγή καταστάσεων όπου η προσοχή στρέφεται στο σώμα (π.χ. ησυχία, γιόγκα, ύπνος).

Κίνδυνος λανθασμένης διάγνωσης

Η ΙΨΔ επικεντρωμένη στις σωματικές λειτουργίες είναι ένας υπότυπος που συχνά συγχέεται με:

  • Διαταραχές πανικού

  • Άγχος υγείας ή υποχονδρίαση

  • Σωματόμορφες διαταραχές

Αυτό μπορεί να οδηγήσει σε καθυστέρηση διάγνωσης και σε εφαρμογή θεραπειών που δεν είναι αποτελεσματικές για την ΙΨΔ.

Θεραπεία

Η θεραπεία που έχει αποδειχθεί αποτελεσματική για την ΙΨΔ είναι η Γνωσιακή Συμπεριφορική Θεραπεία (CBT) με χρήση Έκθεσης και Παρεμπόδισης της Αντίδρασης (ΕμΠΑ).

Στόχος της θεραπείας είναι:

  • Η σταδιακή έκθεση στην αίσθηση χωρίς προσπάθεια ελέγχου ή αποφυγής.

  • Η εξάλειψη των καταναγκασμών.

  • Η αύξηση της ανοχής στην αβεβαιότητα και τη δυσφορία.

Με τον χρόνο και τη σωστή καθοδήγηση, το άτομο μαθαίνει ότι δεν χρειάζεται να παλέψει με την αίσθηση για να βρει ανακούφιση – η ίδια η αποδοχή και η έκθεση οδηγούν στη σταδιακή αποδυνάμωση των συμπτωμάτων.

Η αναγνώριση αυτής της μορφής ΙΨΔ είναι το πρώτο βήμα για ουσιαστική βελτίωση. Όσοι ζουν με sensorimotor ΙΨΔ συχνά νιώθουν μόνοι. Ωστόσο, με την κατάλληλη εξειδικευμένη θεραπεία, η ανακούφιση είναι εφικτή.

Αν αναγνωρίζετε στοιχεία της συγκεκριμένης μορφής στον εαυτό σας ή σε κάποιον δικό σας, μην διστάσετε να αναζητήσετε βοήθεια από θεραπευτές με εμπειρία και εξειδίκευση στην ΙΨΔ.

Γράφει η Δήμητρα Σ.

Επιμελείται η Γκόλφω Λιαμάκη

Πάσχω από OCD τα τελευταία δέκα χρόνια. Η επίσημη διάγνωση, βέβαια, ήρθε μόλις πριν από τέσσερα. Είμαι 30 χρονών και κάνω ψυχοθεραπεία από τα 15 μου. Τα τελευταία δύο χρόνια ξεκίνησα ψυχοθεραπεία στοχευμένα μόνο για το OCD. Ξέροντας πλέον τα συμπτώματα του OCD, συνειδητοποιώ ότι πολλά από αυτά που θεωρούσα ανασφάλειες, κόμπλεξ, κατάθλιψη κ.τ.λ., εν τέλει ήταν OCD σε ένα πιο άγουρο στάδιο. Αλλά τότε, ενστικτωδώς, τα προσπερνούσα και δεν έδινα τόσο τροφή στους καταναγκασμούς και στις ιδεοληψίες μου — ή τουλάχιστον δεν περιοριζόταν η ζωή μου τόσο όσο αργότερα.

Το πιο παράδοξο με τη δική μου ιστορία είναι ότι συνειδητοποίησα πόσο πολύ με έχει αλλάξει το OCD. Είναι σαν να έχει χωριστεί η ζωή μου στα δύο: πριν εμφανιστούν οι καταναγκασμοί — νοεροί ή πρακτικοί — και μετά.  Μέχρι τα 20 ήμουν μια έφηβη που ζούσε έντονα, ριψοκίνδυνα. Έπαιρνα ρίσκα, ακόμα κι αν φοβόμουν. Είχα παραβατικές συμπεριφορές, ταξίδευα παρόλο το άγχος, πήγαινα σε μέρη επικίνδυνα, όπου υπήρχαν αντικειμενικοί λόγοι να φοβάσαι. Στα 18 ταξίδεψα στην Ινδία — μια χώρα δύσκολη, με σοβαρούς υγειονομικούς κινδύνους. Ήμουν για μεγάλο διάστημα με δηλητηρίαση, αλλά δεν πτοούμουν· δεν σκεφτόμουν καν ότι μπορεί να είναι απειλητικό για τη ζωή μου. Συνέχιζα το ταξίδι μου. Δεν ζητούσα διαρκώς την έγκριση των γονιών μου, ούτε κυνηγούσα τη διαρκή επιβεβαίωση. Φυσικά και τότε υπήρχαν προβλήματα, και η ψυχοθεραπεία με είχε ήδη βοηθήσει πολύ. Αλλά εδώ αναφέρομαι μόνο στο κομμάτι του OCD. Όταν τα σκέφτομαι όλα αυτά, με δυσκολία πιστεύω ότι ήμουν εγώ. Δεν τα αναφέρω για να πω ότι η ακραία συμπεριφορά ή η χρήση ουσιών είναι δείγμα ελευθερίας — κάθε άλλο — αλλά για να δείξω πόσο διαφορετικός ήταν ο εαυτός μου πριν το OCD γίνει κυρίαρχο. Τα τελευταία δέκα χρόνια, ζω μέσα στις ιδεοληψίες και τους καταναγκασμούς. Αν αρχίσω να τους απαριθμώ, το κείμενο δεν θα τελειώσει ποτέ. Ενδεικτικά μόνο θα αναφέρω ότι έχω έναν υπερβολικό φόβο ως προς την αρρώστια — είτε ψυχική είτε σωματική. Πανικοβάλλομαι ακόμα και με μια γρατζουνιά, ζητάω διαρκώς επιβεβαίωση από γιατρούς, γονείς, σύντροφο, φίλους. Δυσκολεύομαι να φάω από κοινά πιάτα σε φιλικά τραπέζια, αν κάποιος έχει ακουμπήσει το πιρούνι του. Φοβάμαι μην κολλήσω AIDS, ανεμοβλογιά, γρίπη, έρπη — οποιαδήποτε αρρώστια. Φοβάμαι ακόμη και το ίδιο μου το άγχος, γιατί νιώθω πως με αρρωσταίνει — κι έτσι προσπαθώ να το «ελέγξω» με κάθε τρόπο. Ζω φοβικά. Κατά περιόδους τρώω υπερβολικά υγιεινά και απαγορεύω στον εαυτό μου τροφές που ίσως επιδεινώσουν κάποια αυτοάνοσα που έχω — αλλά σε σημείο πέραν του φυσιολογικού. Ένα μεγάλο κεφάλαιο είναι ο φόβος της αρρώστιας. Ένα άλλο, εξίσου επώδυνο, είναι οι ιδεοληψίες με ταμπού περιεχόμενο. Φοβάμαι ότι μπορεί να βλάψω τους ανθρώπους που αγαπώ — είτε ψυχολογικά είτε σεξουαλικά — ότι είμαι επικίνδυνη, ότι είμαι ανειλικρινής, κι άλλα πολλά. Ζω καθημερινά υπό το κράτος του φόβου — όπως οι περισσότεροι άνθρωποι που παλεύουν με το OCD. Έχω χάσει όμορφες στιγμές με φίλους, σχέση, οικογένεια, σκεπτόμενη διάφορες ιδεοληψίες και κάνοντας κυρίως νοερούς καταναγκασμούς. Έχω κάτσει κάτω από την κουβέρτα, κλεισμένη στο σπίτι, επί μήνες, νιώθοντας ένοχη και ανήμπορη να αποδεχτώ ότι μπορεί να έκανα κάτι κακό. Αυτά και άλλες αμέτρητες ιστορίες που με τραυμάτισαν, και το OCD έγινε θηρίο και πήρε τον έλεγχο της ζωής μου!

Αυτό που συνειδητοποιώ όλο και πιο καθαρά είναι ότι, κατά τη διάρκεια όλων αυτών των χρόνων, το OCD αλλοίωσε την προσωπικότητά μου. Πράγματα που άλλοτε έκανα με θάρρος, τώρα μου φαίνονται αδιανόητα — σχεδόν απίθανο να τα έχω κάνει εγώ! Δεν σημαίνει ότι θέλω να επιστρέψω σε μια απερίσκεπτη, ανώριμη εφηβεία. Αλλά μου έχουν λείψει κάποια στοιχεία που τα θεωρώ πολύ αναγκαία: η ξεγνοιασιά, η αίσθηση της δύναμης, η ικανότητα να αποδέχομαι την αβεβαιότητα χωρίς δεύτερη σκέψη. Το OCD, πέρα από τον ψυχικό πόνο που μου προκαλεί, νιώθω ότι μου«έκλεψε» τη δύναμή μου, την αυτοπεποίθησή μου, την αποφασιστικότητά μου, τη χαρά του να ζω ελεύθερα. Έχω ανάγκη από διασφάλιση, από καθησυχασμό. Χρειάζομαι διαρκώς τη γνώμη των άλλων. Γίνομαι ένα μικρό κοριτσάκι που χρειάζεται τη μαμά του για να νιώσει ασφαλές — ακόμα και για να πάρει μια απόφαση. Είναι εξαντλητικό. Για μένα, αλλά και για τους δικούς μου ανθρώπους. Όταν όμως ακολουθώ τη θεραπεία — όταν εφαρμόζω την τεχνική της έκθεσης και της παρεμπόδισης των καταναγκασμών, όταν αποδέχομαι την αβεβαιότητα — νιώθω ότι, σιγά σιγά, ξαναβρίσκω στοιχεία του παλιού μου εαυτού. Ότι ανακτώ τη δύναμή μου. Ότι κάνω ένα βήμα πιο κοντά στην ελευθερία.

Τα τελευταία δύο χρόνια της θεραπείας μου για το OCD μού έχουν δώσει ελπίδα, και θεωρώ ότι βρίσκω το θάρρος να κάνω τα βήματα που χρειάζονται για να το αντιμετωπίσω. Ξέρω πως έχω δρόμο μπροστά μου. Ξέρω πως δεν επέλεξα την ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή και προσπαθώ να μην με μαστιγώνω όταν δεν πετυχαίνω κάτι! Ο αγώνας είναι δύσκολος, με πολλά πισωγυρίσματα, και απαιτεί θάρρος και πειθαρχία. Νιώθω όμως πως, κατά βάθος, όλοι οι πάσχοντες ξέρουμε ότι όσο προσεκτικοί κι αν είμαστε, όσα μέτρα προφύλαξης κι αν πάρουμε, η ζωή είναι τελείως τυχαία και απρόβλεπτη έτσι κι αλλιώς.

Θέλω να πιστεύω πως το κίνητρό μου για μια ελεύθερη ζωή είναι ισχυρότερο από το OCD. Θέλω να ταξιδέψω όσο περισσότερο μπορώ, ακόμα και σε “επικίνδυνα” μέρη. Θέλω να φάω κοτόπουλο, κι ας υπάρχει 5% πιθανότητα να πάθω σαλμονέλα. Θέλω να πάρω μια απόφαση μόνη μου — κι ας αποδειχτεί ότι ήταν λάθος. Θέλω να είμαι παρούσα στη ζωή μου, στο εδώ και τώρα. Θέλω να μπορώ να αντιμετωπίζω τον φόβο με ψυχραιμία και να μην του επιτρέψω να κλέψει για πάντα αυτή τη θαρραλέα έφηβη!

Γράφει η Ιωάννα Ν.

Επιμελείται επιστημονικά η Γκόλφω Λιαμάκη

Οι περισσότεροι συμφωνούμε πως τα ταξίδια μάς χαρίζουν τις πιο όμορφες εμπειρίες και αναμνήσεις καθώς και την ευκαιρία να γνωρίσουμε  νέα μέρη, ανθρώπους και κουλτούρες, προσφέροντας μας μεγάλη ευχαρίστηση. Ωστόσο στις περιπτώσεις των ατόμων που πάσχουν από Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή (ΙΨΔ), η πραγματοποίηση ενός ταξιδιού μπορεί να αποτελέσει μια εξαιρετικά αγχώδη διαδικασία. Αυτό συμβαίνει διότι το άτομο εγκαταλείπει τη γνώριμη «ζώνη ασφαλείας» του και νιώθει ότι εκτίθεται σε διάφορους πιθανούς κινδύνους που γεννάει κάθε άγνωστη κατάσταση. Αυτόματα οι ιδεοληψίες του αυξάνονται, το ίδιο και οι καταναγκασμοί.

 Ο προσωπικός μου αγώνας με την ΙΨΔ, από την οποία πάσχω εδώ και περίπου δεκαεφτά χρόνια, ενώ διαγνώστηκα το τελευταίο μόλις εξάμηνο, με εμποδίζει εδώ και πολλά χρόνια να ακολουθήσω ένα από τα όνειρα μου και να γνωρίσω όσα περισσότερο μέρη μπορώ. Στο άκουσμα και μόνο μιας εξόρμησης, τα συναισθήματα μου είναι ανάμικτα, περιλαμβάνοντας τον ενθουσιασμό και την ανυπομονησία στο ίδιο ποσοστό με τον φόβο και την αβεβαιότητα. Ενθουσιασμός για όλες τις περιπέτειες που πρόκειται να ακολουθήσουν και φόβος ότι καμία από αυτές δεν θα έχει αίσια έκβαση.

Με αφορμή το πρόσφατο ταξίδι μου στη Ρώμη και δουλεύοντας παράλληλα στην καταπολέμηση της ΙΨΔ, συνειδητοποίησα αρκετά ενδιαφέροντα πράγματα γι’ αυτή που με βοήθησαν να την αντιμετωπίζω καλύτερα. Αυτό όμως που κατάλαβα και που με βοήθησε περισσότερο είναι ότι όλες οι ιδεοληψίες που βιώνω, αν και επιφανειακά δείχνουν να είναι διαφορετικές μεταξύ τους, στην πραγματικότητα σχετίζονται με τον φόβο της απώλειας ελέγχου του εαυτού μου ή της τρέλας, λόγω κάποιου οδυνηρού περιστατικού που ίσως μου συμβεί, και δεν θα δύναμαι να το διαχειριστώ. Αυτά τα περιστατικά μπορεί να είναι ένα αυτοκινητιστικό ή αεροπορικό ατύχημα, η εύρεση απαγορευμένων αντικειμένων (ουσιών) κατά τον έλεγχο του αεροδρομίου, που κάποιος ίσως να έβαλε στις αποσκευές μου εν αγνοία μου, η πρόκληση κάποιας αλλεργίας από τρόφιμα ή η απώλεια του αυτοελέγχου μου εν ώρα πτήσης  (η σκέψη ότι θα φωνάξω αυθόρμητα, θα τρέξω, θα θελήσω να αποβιβαστώ επειγόντως) καθώς και άλλα αναρίθμητα σενάρια που μπορεί να με οδηγήσουν στην απώλεια ελέγχου των αντιδράσεων μου και στην τρέλα που γεννάει το μυαλό μου. Εν ολίγοις, όλοι οι δρόμοι οδηγούν στη Ρώμη, όλες δηλαδή οι ιδεοληψίες μου, ανεξάρτητα από το ποια είναι η αφετηρία, αφορούν τον φόβο της τρέλας, οδηγούν δηλαδή στον ίδιο προορισμό.  

Ενώ λοιπόν πίστευα ότι είχα να «πολεμήσω» ενάντια σε πολλά διαφορετικά δεινά, στην πραγματικότητα κατάλαβα ότι ο κύριος και ισχυρότερος φόβος μου είναι μονάχα ένας, που όμως παίρνει ποίκιλλες επιφανειακές μορφές αλλά και διάφορες εκφάνσεις στην καθημερινότητά μου. Αυτή η συνειδητοποίηση μπορώ να πω ότι ήταν ιδιαίτερα ανακουφιστική και κατά κάποιο τρόπο απλοποίησε τη χαοτική κατάσταση που επικρατούσε στο μυαλό μου-αλλά στο μυαλό όλων των πασχόντων με ΙΨΔ- και μου έδωσε κουράγιο και δύναμη να συνεχίσω να αντιμετωπίζω τη διαταραχή.

Οι ιδεοληψίες μου μού δημιουργούν έντονο άγχος με αποτέλεσμα να λαμβάνω αυξημένα-και στην πραγματικότητα αχρείαστα- μέτρα προς αποφυγή των υποτιθέμενων κινδύνων που θα με οδηγήσουν στην τρέλα. Τα μέτρα αυτά προφανώς αναφέρονται στην τέλεση καταναγκασμών αλλά και στην αποφυγή διαφόρων δήθεν απειλητικών καταστάσεων. Αναφορικά με την περίπτωση των ταξιδιών, οι καταναγκασμοί μου αφορούν εντατικό πλύσιμο χεριών, αποφυγή δήθεν ριψοκίνδυνων δραστηριοτήτων που μπορεί να με αναστατώσουν, αμέτρητοι επανέλεγχοι, αποφυγή κατανάλωσης τροφίμων και ποτών που δε γνωρίζω, τελετουργικές πράξεις, όπως παραδείγματος χάρη, συγκεκριμένη ενδυμασία κατά το ταξίδι ή συχνή προσευχή. Όλα τα παραπάνω μού στερούν την ανεμελιά, την απόλαυση, την ελευθερία αλλά και την ευελιξία και με δυσκολεύουν συναισθηματικά και πρακτικά και εμένα αλλά και τους συνταξιδιώτες μου.

Τα τελευταία τέσσερα χρόνια και παρά τις έντονες ανησυχίες μου καταβάλλω μεγάλη προσπάθεια να ταξιδεύω όσο γίνεται περισσότερο. Πιστεύω ότι το οφείλουμε στον εαυτό μας να μην αφήνουμε την ΙΨΔ να μας νικήσει και να μας στερήσει αξιοσημείωτες στιγμές και αναμνήσεις. Αν λοιπόν και για εσάς, τα ταξίδια είναι ένας πολύ σημαντικός τομέας στη ζωή σας αλλά πάσχετε από ΙΨΔ, δεν θα πρέπει να την αφήνετε σε καμία περίπτωση να σας κρατά αιχμάλωτους και παρά τα εμπόδια που σας βάζει, να πραγματοποιείτε τα όνειρα σας. Τολμήστε αυτό το «επικίνδυνο» ταξίδι που τόσο επιθυμείτε, πάρτε ρίσκα, πηγαίνετε κόντρα σε αυτό που σας λένε οι ιδεοληψίες σας, προσπαθήστε να δίνετε μια πιο θετική ερμηνεία σε κάποια γεγονότα και αποδεχτείτε το μεγάλο δώρο της περιπέτειας που κρύβεται μέσα στο μη γνώριμο. Όπλα σας να είναι η ατομική σας προσπάθεια σε συνδυασμό με την εξειδικευμένη θεραπεία από έναν ειδικό ψυχικής υγείας. Εξάλλου πίσω από όλα αυτά που φοβόμαστε κρύβονται όλα αυτά που επιθυμούμε. Keep calm and keep travelling to freedom λοιπόν.

 

           

Γράφει η Αναστασία Κ.

Επιμελείται επιστημονικά η Γκόλφω Λιαμάκη

Μόλις πριν λίγες μέρες έκανε παγκόσμια πρεμιέρα η πολυαναμενόμενη (για μένα τουλάχιστον) ταινία μικρού μήκους “Waving” σε συνεργασία με το IOCDF και είχαμε εμείς, από την Ελληνική Κοινότητα OCD την τύχη να την παρακολουθήσουμε πρώτοι σε live μετάδοση. Καθώς λοιπόν ακολούθησε μια ζωντανή από όλες τις απόψεις συζήτηση, τόσο με τους δημιουργούς, όσο και με την ομάδα μας, σκέφτηκα να γράψω κάποιες σκέψεις μου για την ταινία, όχι γιατί πιστεύω πως η άποψή μου έχει κάποια ιδιαίτερη βαρύτητα, αλλά γιατί αποτέλεσε αφορμή για έναν μακροσκελή εσωτερικό διάλογο, που θα ήταν κρίμα να πάει χαμένος.

Η ταινία ξεκινάει με τον πρωταγωνιστή, τον Charlie (τον υποδύεται ο Ralph Ineson), να βρίσκεται χειμώνα σε μια παραλία κρατώντας μια ομπρέλα, εμφανώς σκεπτικός και εξουθενωμένος, θυμούμενος μια φράση που του είχε πει μια ψυχοθεραπεύτρια. Η επόμενη σκηνή τον βρίσκει μέσα σε ένα τεράστιο και εγκαταλελειμμένο σπίτι, καθήμενο και περικυκλωμένο από διάφορες σκέψεις του, τόσο σε μορφή εσωτερικού διαλόγου, όσο και σε μορφή γραμμένων φράσεων στους τοίχους του σπιτιού. Αδύναμος να σταματήσει όλα αυτά, καθώς όσο προσπαθεί τόσο ξαναέρχονται, βρίσκει ένα κλειδί που τον οδηγεί και πάλι έξω στη παραλία. Η ταινία ολοκληρώνεται ενώ οι διαφορετικές εκδοχές του Charlie ακολουθούν τρεις διαφορετικές πορείες.

Με τι να πρωτοξεκινήσω! Ας ξεκινήσω από τα εύκολα. Πέρα από την υπέροχη εικόνα και ερμηνεία, την ταινία χαρακτηρίζει ένα συνεχές άβολο ηχητικό background που δημιουργείται είτε από τις ίδιες τις σκέψεις του Charlie, είτε από άμορφους, μη συνεκτικά αρμονικούς ήχους, καταφέρνοντας να δημιουργήσει τρομερά αποτελεσματικά μία διαρκή αίσθηση ανησυχίας, απεικονίζοντας με ακρίβεια το μεγαλύτερο μέρος του ψυχισμού ενός ατόμου που αντιμετωπίζει προβλήματα ψυχικής υγείας.

Αλλά επειδή η συγκεκριμένη ταινία μόνο ρεαλιστική δεν είναι (και δεν θέλει να είναι), ας περάσουμε στους συμβολισμούς της. Το πρώτο κατά τη γνώμη μου σύμβολο είναι αυτό της ομπρέλας, η οποία είναι αντικειμενικά άχρηστη, αφού η κατάσταση του καιρού δεν την απαιτεί. Ένα μέτρο προστασίας λοιπόν από έναν φανταστικό, μη υπαρκτό κίνδυνο. Βέβαια θα μου πείτε κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει την πιθανότητα της απότομης ακραίας μεταβολής του καιρού. Ακριβώς.

Προχωρώντας, το άδειο, εγκαταλελειμμένο, τεράστιο, αφιλόξενο και κρύο σπίτι είναι η ιδανική μεταφορά της κατάστασης ενός μυαλού με ΙΨΔ. Εγκαταλελειμμένο γιατί οι πραγματικές γωνίες του μυαλού του ατόμου, αυτές δηλαδή οι οποίες θα ήθελε πραγματικά το άτομο με ΙΨΔ να υπάρχουν, έχουν μικρύνει, εξασθενίσει, σχεδόν δεν τις θυμάται πια, καθώς η προσοχή επικεντρώνεται σε άλλα, πιο ʺσημαντικάʺ, ʺπράγματα. Τεράστιο γιατί ο κύκλος της ΙΨΔ είναι ατελείωτος, καθώς το μυαλό βρίσκει συνεχώς καινούργια πράγματα που μέχρι πριν μπορεί να μην ήξερε καν ότι υπήρχαν. Αφιλόξενο γιατί το ίδιο του το μυαλό δεν τον συμπαθεί, τον σαμποτάρει, κάνει τα πάντα για να τον κάνει δυστυχισμένο, και κρύο γιατί οποιαδήποτε εσωτερική ζεστασιά έχει αντικατασταθεί από ψυχρές αληθοφανείς εξισώσεις.

Στο κέντρο λοιπόν αυτού του απαίσιου σπιτιού βρίσκεται ο Charlie εκτεθειμένος σε απρόσκλητα ερεθίσματα, στο χτύπημα του τηλεφώνου, στην ανοιχτή τηλεόραση, στα γραμμένα μηνύματα στους τοίχους, που όλα έχουν ένα και μόνο σκοπό: Να του υπενθυμίσουν πόσο πολύ φταίει για όλα, το πόσο αδύναμος είναι, και πόσο άπραγης επιλέγει να κάθεται τη στιγμή που όλοι τον χρειάζονται. Προσπαθώντας να διώξει αυτές τις σκέψεις, αυτοτραυματίζεται στον τοίχο, καταφέρνοντας μία απειροελάχιστη στιγμή εσωτερικής γαλήνης. Πριν προλάβει όμως να ανοίξει τα μάτια του ο κύκλος των σκέψεων ξαναρχίζει.

Το δεύτερο σύμβολο είναι το κλειδί, το οποίο κυριολεκτικά βγαίνει από μέσα του, καθώς το φτύνει στον νιπτήρα, συμβολίζοντας τη μοναδική πύλη εξόδου προς την ελευθερία που έχει, που προέρχεται φυσικά από τον ίδιο του τον εαυτό.

Βγαίνοντας και πάλι στην παραλία (πάντα με την ομπρέλα του φυσικά), τον βλέπουμε να σχεδιάζει στην άμμο έναν κύκλο όπου μέσα γράφει “Not your centre”, δηλώνοντας το πόσο μοναδικά και διαφορετικά μπορεί να είναι όλα αυτά που φοβίζουν τον καθένα, αφού το κέντρο, ο πυρήνας του καθενός είναι μοναδικός. Εκτός από αυτό όμως, ο κύκλος κατά τη γνώμη μου είναι ο τρόπος με τον οποίο το άτομο με ΙΨΔ αντιλαμβάνεται τον κόσμο γύρω του, καθώς υπό το κράτος των ιδεοληψιών, το άτομο θεωρεί πως είναι κυριολεκτικά το κέντρο όλου του κόσμου. Όχι από την εγωιστική ναρκισσιστική πλευρά, αλλά από την διαστρεβλωμένη αντίληψη ότι κυριολεκτικά έχει την ευθύνη όλου του κόσμου στην πλάτη του, και ειδικά αυτών που αγαπάει.

Σε αυτό το σημείο λοιπόν γίνεται η διάσπαση, καθώς βλέπουμε τον έναν Charlie να πηγαίνει προς τη θάλασσα και να πνίγεται, ενώ ο άλλος Charlie τον παρατηρεί. Τότε, μία άγνωστη γυναίκα, ντυμένη στα χρώματα της πρόληψης της αυτοκτονίας, τον πλησιάζει και του προσφέρει βοήθεια, ενώ ο Charlie την ακολουθεί δεχόμενος τη βοήθεια της. Η κάμερα απομακρύνεται εστιάζοντας στον τρίτο Charlie ο οποίος τους παρακολουθεί να απομακρύνονται, χαιρετώντας τους. Πέρα από τα προφανή συμπεράσματα που μπορούν να βγουν από αυτή τη σκηνή, ότι δηλαδή υπάρχουν τρεις δρόμοι που θα μπορούσε να ακολουθήσει, αυτός της αυτοκαταστροφής, αυτός της θεραπείας και αυτός της στασιμότητας στο γνωστό ίδιο φαύλο κύκλο της ΙΨΔ, νομίζω πως αυτή η τελευταία σκηνή θέλει να αναδείξει το πόσο αυτοί οι τρεις δρόμοι μπορούν στην πραγματικότητα να συνυπάρχουν και να εναλλάσσονται μεταξύ τους, αναδεικνύοντας την ανανεώσιμη φύση της μάχης με την ΙΨΔ και τη συνεχή ανάγκη για αυτοανασυντήρηση και αυτοπροσαρμογή. Βέβαια θα μπορούσε να είναι και το ότι σε κάθε υποτροπή ο Charlie βρίσκεται ακριβώς στο ίδιο σημείο, καλούμενος να επιλέξει ξανά από την αρχή ποιον δρόμο θα ακολουθήσει. Σε κάθε περίπτωση, η πολυπλοκότητα αυτής της ασθένειας και η συνεχής πρόκληση που αντιπροσωπεύει αποτυπώνεται εμφανώς σε αυτήν τη σκηνή, προσθέτοντας σε ακόμη μεγαλύτερο βάθος την πολυδιάστατη κατανόηση της θεματικής της ταινίας.

Και περνάμε στον ελέφαντα στο δωμάτιο. Είναι προφανείς οι ομοιότητες της κατάστασης που βιώνει ο Charlie με έναν άνθρωπο που βιώνει ψυχωσικό επεισόδιο. Φόβος, άγχος, φωνές, απομόνωση, περίεργες συμπεριφορές, παραισθήσεις, διαστρέβλωση της πραγματικότητας, έως και απόγνωση και αυτοκτονία. Ενώ αντιλαμβάνομαι πλήρως τους πιθανούς λόγους για τους οποίους μία τέτοια απεικόνιση θα μπορούσε να προκαλέσει αντιδράσεις, ταυτόχρονα είμαι ενθουσιασμένη γιατί επιτέλους μια τέτοια πλευρά της νόσου ήρθε να ταράξει τα νερά (ή τέλος πάντων τα pixel). Και δεν εννοώ πως όντως κάποιος με ΙΨΔ μπορεί να έχει ψύχωση (βασικά είναι πολύ πιθανό κάτι τέτοιο να αποτελεί μια από τις ιδεοληψίες του ατόμου, καθώς αυτός ο φόβος είναι ιδιαίτερα συχνός), αλλά πραγματικά δυσκολεύομαι  να κατανοήσω την τόσο έντονη επιθυμία μας να τα διαχωρίσουμε. Αν με ρωτάτε, πιστεύω πως αυτό γίνεται αυθόρμητα στην προσπάθεια μας να εξηγήσουμε και να καταλάβουμε τις καταστάσεις συγκρίνοντας τες με άλλες ίσως πιο οικείες (ή έτσι νομίζουμε), ώστε να αποφανθούμε για το ποιος υποφέρει πιο πολύ, που στην τελική δεν ξέρω γιατί έχει και τόσο μεγάλη σημασία.

Αλλά το χαρακτηριστικό αυτό που κάνει την ταινία αυτή να ξεχωρίζει είναι ακριβώς ο “λάθος” τρόπος που μπορεί κάποιος να την ερμηνεύσει. Στην πραγματικότητα δεν θέλει να διδάξει κάτι, στο κάτω-κάτω τόσα ενημερωτικά κείμενα υπάρχουν σχετικά με το τι είναι και τι δεν είναι OCD, αλλά θέλει να κάνει τον θεατή να νιώσει πώς πραγματικά μπορεί να βιώνεται μια τέτοια κατάσταση. Να τον βάλει μέσα σ’ αυτή, να τον κάνει να νιώσει άβολα, να τον τρομάξει, να νιώσει πώς μπορεί να είναι να είσαι κυριολεκτικά μέσα στο κεφάλι ενός ανθρώπου με ΙΨΔ, και όχι απ’ έξω, στην κανονικότητα, στο βάθρο του μη πάσχοντα λειτουργώντας απλώς σαν δέκτης πληροφοριών και δεδομένων. Και αυτό ακριβώς την κάνει brilliant.