Tag Archive for: παιδική ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή

Γράφει η Κατερίνα Μ.

Επιμελείται επιστημονικά η Γκόλφω Λιαμάκη

Όσοι έχουν αντιμετωπίσει την Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή (ΙΨΔ) είτε οι ίδιοι ως παιδιά, είτε ως γονείς παιδιού με ΙΨΔ, θα ξέρουν καλά ότι είναι πραγματικά δύσκολο να περιγράψει κανείς μια «κανονική ημέρα» ενός παιδιού με ΙΨΔ, καθώς η διαταραχή ‘επινοεί’ συνεχώς νέους τρόπους για να δυσκολεύει την καθημερινότητα του παιδιού και εμφανίζεται με πολλά, διαφορετικά πρόσωπα.

Θα προσπαθήσω όμως να περιγράψω μία τυπική ημέρα στη διάρκεια μίας από τις χειρότερες φάσεις έξαρσης της μικρής μου κόρης, όταν ήταν ακόμα στις πρώτες τάξεις του δημοτικού σχολείου, ως εξής: Έπρεπε να ξυπνήσει ακριβώς την ίδια ώρα κάθε ημέρα για να ετοιμαστεί για το σχολείο. Χρειαζόταν μία ολόκληρη ώρα και ένα τέταρτο συνήθως προκειμένου να μπορέσει να ολοκληρώσει όλες τις πρωινές διαδικασίες που της επέβαλε η ΙΨΔ. Έβαζε τις πιτζάμες και το εσώρουχό της με πολλή προσοχή στα άπλυτα, καθώς δεν έπρεπε να ακουμπήσουν το πάτωμα γιατί θα το βρόμιζαν και αυτό θα σήμαινε ότι θα έπρεπε να το σφουγγαρίσω με χλωρίνη υπό το άγρυπνο βλέμμα της και με συγκεκριμένο τρόπο. Έπειτα έμπαινε στην μπανιέρα να ουρήσει διότι εκεί μπορούσε μετά να πλυθεί επίμονα και με συγκεκριμένο τρόπο. Το πρώτο μεγάλο στοίχημα της ημέρας ήταν να μπορέσει να εκτελέσει επακριβώς τα βήματα της διαδικασίας πλυσίματος (δηλαδή τη σειρά με την οποία θα πλύνει ολόκληρο το σώμα της, πόσες φορές θα βάλει σαπούνι στο σφουγγάρι και άλλα), ώστε να μην κινδυνεύσει να χάσει την πρώτη ώρα στο σχολείο. Κατά τη διάρκεια της πρωινής αυτής ρουτίνας την άκουγα πολλές φορές να κλαίει και να μονολογεί γιατί κάτι δεν πήγε καλά και έπρεπε να το ξανακάνει ενώ εγώ κοίταζα εναγωνίως το ρολόι και έκανα τεράστια προσπάθεια να μην της μιλήσω καθώς αυτό θα σήμαινε ότι πρέπει να αρχίσει τη διαδικασία από την αρχή. Και μόνο που γράφω αυτές τις γραμμές, το στομάχι μου σφίγγεται.

Σειρά μετά είχε το ντύσιμο που ήταν γρήγορο ομολογουμένως με εξαίρεση τις κάλτσες και τα παπούτσια. Μπορεί να της έπαιρνε 15 λεπτά για να βάλει τις κάλτσες της γιατί προσπαθούσε να είναι ολόισια βαλμένες και στοιχισμένες με τα δάχτυλα. Παρέλειψα να αναφέρω ότι επειδή είχα ντυθεί για τη δουλειά, απαγορευόταν να καθίσω οπουδήποτε, καθώς για την κόρη μου οποιοδήποτε ρούχο εκτός πιτζάμας δεν έπρεπε να ακουμπήσει σε οποιοδήποτε κάθισμα. Ό,τι προερχόταν από έξω ή προοριζόταν για έξω ήταν μιαρό και την έπιανε πανικός αν ακουμπούσε την ίδια ή κάτι μέσα στο σπίτι.

Επιτέλους, στη συνέχεια, παίρναμε το δρόμο για το σχολείο όπου για καλή μας τύχη μπορούσε να ελέγχει τις παρορμήσεις της να κάνει καταναγκασμούς και ‘άντεχε’ τις ώρες εκεί χωρίς πραγματικά κανείς να καταλαβαίνει τις βασανιστικές της σκέψεις. Όμως όταν επέστρεφε σπίτι, ακολουθούσε πάλι μια ρουτίνα όπως η πρωινή όπου μπορούσε να κρατήσει ακόμα περισσότερο καθώς δεν υπήρχε η πρωινή βιασύνη για το σχολείο. Και φυσικά όλοι οι υπόλοιποι έπρεπε να μην μιλάμε, να μην κάνουμε φασαρία, να μην την ενοχλήσουμε και να περιμένουμε υπομονετικά τη σειρά μας για το μπάνιο. Στην κυριολεξία έπρεπε να το σκεφτούμε πολύ καλά πριν μπούμε στο μπάνιο, γιατί αν τύχαινε εκείνη τη στιγμή να θέλει να μπει το παιδί και δεν μπορούσε, προκαλούσε απλά πανικό.

Μέσα στην ημέρα, η κόρη μου κάθε φορά που πήγαινε στην τουαλέτα έπρεπε να βάλει τα ρούχα της στα άπλυτα, να πλυθεί με τον δικό της διαδικαστικό τρόπο και αυτό μπορούσε να οδηγήσει σε 4-5 ώρες την ημέρα στο μπάνιο και ένα πλυντήριο ημερησίως με μόνο δικά της ρούχα. Δεν ήθελε να κάνει κάποια απογευματινή δραστηριότητα, να πάμε στην παιδική χαρά ή σε σπίτια φίλων γιατί σκεφτόταν ότι αυτό θα σήμαινε ένα ακόμα πλύσιμο/λούσιμο όταν θα επέστρεφε σπίτι. Έβλεπε μόνο τηλεόραση, διάβαζε τα μαθήματα της αφού πρώτα είχε απολυμάνει τα βιβλία της τόσο που πολύ γρήγορα τα των καταστρέφονταν από την υγρασία του απολυμαντικού. Δεν άντεχε κόσμο στο σπίτι γιατί μετά έπρεπε να απολυμάνει οτιδήποτε ακούμπησαν, ειδικά στο δωμάτιο της. Το μάτι της πάντα άγρυπνο μας παρακολουθούσε μήπως ξεχαστήκαμε και δεν βάλαμε πιτζάμες μόλις μπήκαμε σπίτι, μήπως ακουμπήσαμε κάπου με τα ρούχα της δουλειάς, μήπως δεν πλύναμε καλά τα χέρια μας και άλλα τέτοια παρόμοια. Η αγωνία της μήπως κάτι της έχει ξεφύγει ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπο της όλη μέρα ενώ αν κάτι δεν πήγαινε καλά ούρλιαζε, έβριζε και έκλαιγε σε βαθμό και ένταση που έμοιαζε με κρίση πανικού. Δύσκολα υπήρχε κάτι μέσα στην ημέρα που να μην ‘τυλίγεται’ από την ΙΨΔ.

Όταν ήταν σε φάση ύφεσης δεν άλλαζαν τόσο τα συμπτώματα και οι διαδικασίες αλλά άλλαζε η διάρκεια και ένταση όλων των διαδικασιών πράγμα που έκανε πιο υποφερτή την καθημερινότητά της.

Κατά περιόδους εμφανίζονταν καινούργιες διαδικασίες και εξαφανίζονταν κάποιες άλλες, αλλά πάντα παρέμεναν οι βασικές που σχετίζονταν με το πλύσιμο και τον διαχωρισμό του τι είναι στο σπίτι και άρα θεωρείται καθαρό και τι είναι έξω από το σπίτι και επομένως είναι βρώμικο.

Πλέον ξέρω ότι τότε έβλεπα μόνο την κορυφή του παγόβουνου καθώς οι διαδικασίες που ήταν εμφανείς σε εμένα και την υπόλοιπη οικογένεια ήταν λίγες σε σχέση με όλες τις υπόλοιπες που μόνο το παιδί ήξερε και εκτελούσε.

Θα έλεγα ότι πρώτα από όλα το παιδί αλλά και όλη η οικογένεια ήμασταν όλη μέρα σε κατάσταση ‘συναγερμού’ με ό,τι αυτό μπορεί να συνεπάγεται βιολογικά, πνευματικά και ψυχικά. Μια συνεχής αγωνία για το τι μπορεί να συμβεί, τι μπορεί να γίνει λάθος, τι καινούργιο τρόπο θα βρει η ΙΨΔ για να βασανίσει το παιδί μου σε τόση μικρή ηλικία, ένα παιδί που αντί να παίζει ξέγνοιαστο, ήταν βυθισμένο στον τρόμο και την μοναξιά.

Τώρα η κόρη μου είναι στην γ’ γυμνασίου και, παρόλο που ακόμα παλεύει με την ΙΨΔ, είναι φανερό ότι το παιδί κερδίζει έδαφος καθώς ακολουθεί πλέον την ενδεδειγμένη θεραπεία εδώ και 6 μήνες. Το πρωί ετοιμάζεται σε 15 λεπτά και πηγαίνει στο μπάνιο όπως όλοι. Όταν επιστρέψει από το σχολείο εξακολουθεί να λούζεται αλλά η διαδικασία κρατάει μόνο 10 λεπτά. Έχει κοινωνική ζωή καθώς κανονίζει βόλτες με τις φίλες της, εξακολουθεί να απολυμαίνει τα βιβλία της, αλλά πολύ πιο γρήγορα ενώ δεν καταλήγουν μουλιασμένα όπως παλαιότερα, δεν δέχεται να μπει κανείς στο δωμάτιό της αλλά μπορεί να αντέξει να έρθει κόσμος στο σπίτι και γενικά είναι πιο δυνατή, πιο χαρούμενη και με λιγότερο έντονες αντιδράσεις όταν κάτι δεν γίνεται όπως υπαγορεύει η ΙΨΔ. Ακολουθεί την θεραπεία της με προσήλωση και με τη σωστή καθοδήγηση η πιθανότητα να κερδίσει την ΙΨΔ δεν είναι πια ένα όνειρο απατηλό αλλά μια ρεαλιστική πραγματικότητα!

Γράφει η Σώτια Κατάρα, σπουδάστρια Ψυχολογίας με προσωπική εμπειρία ΙΨΔ

Όταν μιλάμε για την Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή (ΙΨΔ) στα παιδιά και τους εφήβους ορθώς επικεντρωνόμαστε στα ίδια τα  άτομα που βιώνουν τις συνέπειες αυτής της ύπουλης διαταραχής. Όμως, ας μην ξεχνάμε τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν μαζί με αυτά τα παιδιά όλα τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας τους: οι γονείς  ή οι φροντιστές τους αλλά και τα αδέρφια τους. 

Όταν τα παιδιά είναι σε μικρή ηλικία δυσκολεύονται υπερβολικά όχι μόνο να κατανοήσουν τι είναι αυτό που τους συμβαίνει αλλά τις περισσότερες φορές δεν έχουν τα μέσα για να το εκφράσουν στους οικείους τους. Αισθάνονται ένα ‘περίεργο κάτι’ που τα παιδεύει και τα ταλαιπωρεί, ‘ένα κάτι’ που μπορεί να πάρει πάρα πολλές μορφές και που συνεχώς μεταβάλλεται κάνοντας τα πράγματα ακόμα πιο δύσκολα: «Μου έρχεται να πατώ 3 φορές στα πλακάκια του σχολείου, να σβήνω-γράφω τα ίδια γράμματα πολλές φορές γιατί δεν μοιάζουν σωστά, με ενοχλεί η κόκκινη κλωστή στο παντελόνι μου, μπορεί να πάθω κάτι κακό εξαιτίας της, μου έρχεται να τραβώ την κοιλιά μου 4 φορές γιατί έτσι νιώθω καλά, να ρωτάω συνέχεια κάτι την μαμά, να διαβάζω όλες τις επιγραφές στον δρόμο και αν δεν προλάβω αγχώνομαι, φοβάμαι μήπως μου έρθει να κάνω εμετό». Και ο κατάλογος δεν σταματά…

Στην εφηβεία τα πράγματα γίνονται συνήθως πιο περίπλοκα αφού οι ιδεοληψίες των εφήβων συνηθίζεται να έχουν θεματολογία που θεωρείται ταμπού: «‘Κι αν είμαι gay, κι αν μου έρθει να βρίσω μέσα στην τάξη, κι αν χάσω τον έλεγχό μου και μου έρθει να πάρω ναρκωτικά και δεν μπορώ να σταματήσω».

Όποια μορφή ιδεοληψιών και αν βιώνει το παιδί ή ο έφηβος, οι δυσκολίες και οι συνέπειες είναι οι ίδιες. Φόβος, απελπισία, ενοχή,  αίσθημα υπερβολικής ευθύνης ότι εξαιτίας του μπορεί να προκληθεί βλάβη σε εκείνο ή τους αγαπημένους του. Όλα αυτά οδηγούν συχνά σε ακραίες συμπεριφορές που μπορεί να εκδηλωθούν με εξάρσεις θυμού, θλίψη, αίσθημα ανημποριάς ή απόσυρση από τις καθημερινές δραστηριότητες. Και η κατάσταση μέσα στο σπίτι συχνά εξελίσσεται σε μια αέναη προσπάθεια για το περιβάλλον του πάσχοντα που δεν οδηγεί πουθενά. Οι γονείς νιώθουν ανεπαρκείς και ανήμποροι να αντιμετωπίσουν την κατάσταση, νιώθουν από την μια στενοχώρια για τη ταλαιπωρία που βιώνουν τα παιδιά τους αλλά και αποκαμωμένοι από τους διάφορους καταναγκασμούς που εξελίσσονται μπροστά τους. Τους εκνευρίζει που ακούν την ίδια ερώτηση ξανά και ξανά και ταυτόχρονα νιώθουν ενοχές που εκνευρίζονται. Συχνά αναρωτιούνται: «Γιατί σε εμάς ή πού πήγε το παιδί που ήξερα μέχρι εχθές» και προσπαθούν να βρουν λύση σε έναν γρίφο για δυνατούς λύτες. Καθημερινά στο μυαλό τους γυρίζει ο ίδιος μονόλογος: «Να της ανοίξω σήμερα για δέκατη φορά τη βρύση που αρνείται να ακουμπήσει για να φύγουμε πιο γρήγορα; Έχει αργήσει πάλι στο σχολείο και εγώ στη δουλεία μου. Όμως μας έχουν πει ότι δε θα πρέπει να συμμετέχουμε στους καταναγκασμούς της διότι αυτό διαιωνίζει τα συμπτώματα της διαταραχής. Αν όμως δεν κάνω αυτό που θέλει, θα μας ακούσει όλη η πολυκατοικία από τις φωνές και την υστερία. Και το άλλο παιδί; Τι γίνεται με το άλλο παιδί που νιώθει παρατημένο, κλείνεται στο δωμάτιο του για να μην ακούει τη φασαρία, που δεν μπορεί να πάει στο λούνα παρκ ή στον κινηματογράφο με την οικογένειά του επειδή η αδερφή του φοβάται μην αρρωστήσει αν καθίσει σε κάθισμα εκτός σπιτιού. Πόσο καιρό ακόμη θα είναι στον αυτόματο; Σώθηκαν οι αντοχές μας».

Τέτοιες σκηνές είναι συνήθεις στις οικογένειες που κάποιο από τα παιδιά τους πάσχει από ΙΨΔ. Δεν σημαίνει όμως ότι τα πράγματα είναι πάντα έτσι. Τα πράγματα μπορεί να είναι αρκετά διαχειρίσιμα σε περιπτώσεις πιο ήπιες ή πιο βουβές. Αυτό το τελευταίο πρέπει να το προσέχουμε. Η βουβαμάρα στην ΙΨΔ κάνει τα πράγματα ακόμα πιο δύσκολα. Το παιδί κλείνεται στο εαυτό του και υποφέρει σιωπηλά. Αλλά ένα παιδί με ΙΨΔ για να απαλλαγεί από τη διαταραχή χρειάζεται την οικογένειά του στο πλευρό του, να αντέχει και να το αντέχει, να το αγαπά, να του συμπαραστέκεται, να πέφτει αλλά να ξανασηκώνεται.

Μακάρι να υπήρχε μία συνταγή για το πώς να γίνει σωστά αλλά δυστυχώς δεν υπάρχει. Δεν λέμε ψέματα μεταξύ μας.  Αλλά να μερικές αλήθειες, δοκιμασμένες και όχι ωραιοποιημένες:

Γονείς και αδέρφια παιδιών με ΙΨΔ:

  • Έχετε δίκιο, είναι πολύ δύσκολο αυτό που βιώνετε.
  • Θα χάσετε την υπομονή σας πολλές φορές.
  • Θα βρείτε πάλι τη δύναμη σας άλλες τόσες.
  • Μην νιώθετε ενοχή για τον θυμό και τον εκνευρισμό σας. Είναι φυσιολογικά.
  • Δεν μπορείτε να τα καταφέρετε μόνοι. Απευθυνθείτε σε κάποιον θεραπευτή που θα βοηθήσει τον άνθρωπό σας.
  • Χρειάζεστε ίσως και εσείς υποστήριξη από κάποιον ειδικό.
  • Μην αρνείστε την φαρμακευτική αγωγή αν σας την συστήσουν οι γιατροί.
  • Μην ντρέπεστε για το παιδί σας. Εκτός από ΙΨΔ είναι πολλά περισσότερα πράγματα.
  • Συνήθως στο τέλος μια σωστής θεραπείας η ΙΨΔ ξεπερνιέται.

Αυτό το τελευταίο να βάλετε ως προορισμό στο GPS αυτής της κακοτράχαλης διαδρομής. Ω, ναι, μπορεί να ξεπεραστεί. Κι αυτό αλήθεια είναι!

Γράφει η Κατερίνα Μ.

Επιμελείται επιστημονικά η Γκόλφω Λιαμάκη

Πριν εμφανιστεί η Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή (ΙΨΔ) στη μικρή μας κόρη μόλις στα 6 της χρόνια, κανείς μας δεν γνώριζε για αυτήν. Δυστυχώς έμελλε να τη γνωρίσουμε με τον πιο σκληρό τρόπο. Ήταν τόσο απότομη η εμφάνιση της ΙΨΔ και ήταν τόσο έντονα τα συμπτώματά της που η λέξη ‘ψυχαναγκασμός’ ξεπήδησε αυθόρμητα από το στόμα μας όταν απευθυνθήκαμε στον παιδίατρο, γιατί δεν ξέραμε σε ποιον άλλον να απευθυνθούμε στην αρχή. Πλύσιμο χεριών και όχι μόνο, με εμμονή και αγωνία για το αν γίνεται σωστά, κλάμα και ουρλιαχτά γιατί ‘το σπίτι ήταν βρόμικο’ και έπρεπε να καθαριστεί από άκρη σε άκρη και εμείς αποσβολωμένοι από ΄το κακό’ που μας είχε βρει.

Το καλό της υπόθεσης ήταν ότι δε χρειάστηκε να περιμένουμε πολύ για τη διάγνωση. Ήταν ξεκάθαρο ότι επρόκειτο για ΙΨΔ. Ίσως βοήθησε το γεγονός ότι η μικρή μας εκδήλωσε μια αρκετά συχνή και γνωστή μορφή της ΙΨΔ, οπότε και αναγνωρίστηκε εύκολα. Το κακό της υπόθεσης ήταν ότι, αν και ξεκινήσαμε άμεσα θεραπεία, φάνηκε εκ των υστέρων ότι η ψυχολόγος, στην οποία απευθυνθήκαμε, δεν είχε την απαιτούμενη εμπειρία στην εφαρμογή της θεραπείας για την ΙΨΔ, ενώ επιπλέον άφησε εμάς τους γονείς αβοήθητους αφού δεν μας καθοδήγησε στο πώς να αντιμετωπίζουμε τα συμπτώματα του παιδιού μας ώστε να την βοηθήσουμε.

Μετά από 2 ½ χρόνια, νιώθοντας απόγνωση γιατί δε βλέπαμε βελτίωση στο παιδί μας, αποφασίσαμε να αλλάξουμε θεραπευτή και μέθοδο θεραπείας. Οδηγηθήκαμε σε παιδοψυχίατρο-ψυχαναλυτή ενώ ταυτόχρονα οι γονείς αρχίσαμε συμβουλευτική. Πέντε ολόκληρα χρόνια προσπαθούσαμε να πείσουμε τον εαυτό μας ότι θα δούμε φως επιτέλους, ότι απλά χρειάζεται υπομονή καθώς η θεραπεία αυτή είναι αργή αλλά θα δώσει στο τέλος καρπούς. Η βασική οδηγία που μας είχε δοθεί ήταν να εμποδίζουμε το παιδί μας να εκτελεί τους καταναγκασμούς της ακόμη και με την βία!

Με αυτόν τον τρόπο πέρασαν 8 χρόνια όπου η ΙΨΔ έβαζε τρικλοποδιές στην καθημερινότητά μας με εμφανή αντίκτυπο στην οικογένειά μας και στις μεταξύ μας σχέσεις. Όσο και να θέλαμε να καταλάβουμε τι συνέβαινε στο παιδί μας και να δείξουμε κατανόηση, ήταν πραγματικά πολύ δύσκολο να αντιμετωπίσουμε με ψυχραιμία τον παραλογισμό που είχαν οι ψυχαναγκασμοί της για εμάς τους γονείς αλλά και για την μεγαλύτερη αδερφή της. Ήταν σαν να έπρεπε να δεχθούμε ‘το παράλογο’ ενώ όλο μας το είναι αυθόρμητα εναντιωνόταν σε αυτό. 

Προφανώς η σχέση μας με την μικρή μας κόρη υπέστη τεράστιο πλήγμα καθώς σταδιακά δεν μπορούσαμε να δούμε καμιά άλλη πλευρά της εκτός από εκείνη που είχε ‘το πρόβλημα’. Φυσικά εκείνη το διαισθανόταν ενώ παράλληλα θύμωνε γιατί έβλεπε ότι δεν την κατανοούσαμε αλλά και ότι τα χρόνια πέρναγαν χωρίς να μπορεί να απαλλαχθεί από την ΙΨΔ. Απορώ πραγματικά για το πώς θα μας θυμάται εμάς τους γονείς της όταν θα μεγαλώσει!

Επηρεάστηκε πολύ και  η σχέση μεταξύ των αδελφών  αφού απομακρύνθηκαν, καθώς δεν μπορούσαν να παίξουν ή να καθίσουν έστω μαζί διότι η μεγάλη μας κόρη δεν μπορούσε να ‘υπακούσει’ στους κανόνες που η αδερφή της τής έβαζε σε κάθε τους παιχνίδι ή επαφή. Απομονώθηκε στο δωμάτιό της για να μην ακούει τις συνεχείς συγκρούσεις που είχαμε με την μικρή μας κόρη. Αυτό στην αρχή φάνηκε να την προστατεύει αλλά τώρα μπορώ πλέον να πω ότι την έκανε να νιώθει πολλή μοναξιά, να νιώθει ότι έχασε τους γονείς της και να αισθάνεται θυμό προς εμάς τους γονείς της και προς την αδερφή της. Όλα αυτά τα συναισθήματα βγήκαν στην επιφάνεια πολύ αργότερα όταν η κατάσταση καλυτέρευσε με την νέα θεραπεία και μπόρεσε η μεγάλη μας κόρη να βρει τον ‘χώρο’ και τον ‘χρόνο’ για να εκφραστεί.

Δυστυχώς, ούτε η σχέση μου με τον σύζυγό μου έμεινε αλώβητη. Εκείνος δούλευε πάρα πολλές ώρες με αποτέλεσμα να σηκώνω σχεδόν αποκλειστικά όλο το βάρος της κατάστασης που επικρατούσε στο σπίτι, πράγμα που με γέμισε θυμό απέναντί του γιατί ένιωσα ότι με άφησε μόνη μου. Μπορώ πλέον να πω ότι αν είχα μοιραστεί το βάρος με κάποιον άλλον ίσως να είχα αντιμετωπίσει πιο ψύχραιμα την κατάσταση  με τη μικρή μου κόρη αλλά και να είχα προστατεύσει καλύτερα τη μεγάλη μου κόρη που την άφησα ουσιαστικά μόνη. Εξάλλου ήταν και εκείνη ένα μικρό παιδί μόλις 8 ετών όταν εκδηλώθηκε η ΙΨΔ στη μικρή μας κόρη.

Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθώ ότι επηρεάστηκαν πολύ αρνητικά και οι σχέσεις μας με τους οικογενειακούς μας φίλους, καθώς λόγω του ότι οι ψυχαναγκασμοί του παιδιού μας εστίαζαν στην καθαριότητα, δεν άντεχε κόσμο στο σπίτι αλλά και συχνά αρνιόταν να βγει έξω για να μην λερωθεί. Έτσι η κοινωνική μας ζωή συρρικνώθηκε. Αλλά δυστυχώς ούτε και ο κοινωνικός μας περίγυρός έδειξε να καταλαβαίνει τι συμβαίνει ενώ έπρεπε να αντιμετωπίσουμε και σχόλια όπως για παράδειγμα ότι το παιδί μας είναι κακομαθημένο.

Έτσι πέρασαν τα χρόνια του Δημοτικού και τα πρώτα Γυμνασιακά χρόνια των παιδιών μας που μόνο ανέμελα και χαρούμενα δεν ήταν. Και ξαφνικά φαίνεται ότι ο Θεός  μάλλον μας λυπήθηκε και έστειλε αναπάντεχα στον δρόμο μου μια παιδική μου φίλη που είχε ζήσει πολλά χρόνια με την ΙΔΨ και την είχε ξεπεράσει με τη θεραπεία. Εκείνη μας συμβούλεψε να αλλάξουμε μέθοδο θεραπείας και να απευθυνθούμε σε εξειδικευμένη θεραπεύτρια. Ήταν ριψοκίνδυνο μετά από τόσα χρόνια. Μας φόβιζε η σκέψη μήπως κάνουμε και πάλι λάθος και χάσει το παιδί μας κάθε ελπίδα  ότι μπορεί να απαλλαγεί από τη διαταραχή. Όμως ευτυχώς η αλλαγή έγινε με την απόλυτα σύμφωνη γνώμη του παιδιού μας που είχε πια πατήσει τα 14 και είχε ήδη καταλάβει ότι η θεραπεία που ακολουθούσε τόσα χρόνια δεν την οδηγούσε πουθενά σε ό,τι αφορούσε την ΙΨΔ.

Έχουν περάσει 5 μήνες από τότε που ξεκινήσαμε τη νέα θεραπεία και ήδη βλέπουμε εμφανή σημάδια βελτίωσης στα συμπτώματα της ΙΔΨ, ενώ παράλληλα το παιδί μας έχει αποκτήσει αυτοπεποίθηση, έχει κάνει μαθησιακό άλμα στο σχολείο και νιώθει για πρώτη φορά ότι μπορεί τελικά να καταφέρει να απαλλαγεί από την ΙΨΔ.

Έχουμε αρχίσει να βλέπουμε φως στο τούνελ, σε ένα τούνελ που δεν θέλω να γυρίσω πίσω και να ξαναδώ γιατί ήταν πολύ μακρύ και πολύ σκοτεινό. Όμως υπάρχει ελπίδα! Με την κατάλληλη θεραπεία από ειδικό θεραπευτή δεν είναι ουτοπικό να πιστεύει όποιος υποφέρει από ΙΨΔ ότι μπορεί να ζήσει ελεύθερος από αυτήν. Αυτή είναι η αλήθεια που έχουμε  μπροστά μας και νιώθουμε ευγνώμονες για αυτήν.

 

Έχοντας διανύσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου με Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή (ΙΨΔ) κι έχοντας σχεδόν πια θεραπευτεί, αναλογίζομαι γυρνώντας τον χρόνο πίσω ποια ήταν τα εμπόδια εκείνα που με δυσκόλεψαν στη διαδρομή μου πριν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας μου.

Δυσκολία #1: Τα πολλά χρόνια από την εμφάνιση του προβλήματος μέχρι τη διάγνωσή του.

Θα ξεκινήσω με κάτι που βιώνουν πολλά άτομα με ΙΨΔ. Καθώς διαγνώστηκα σε μεγάλη ηλικία πέρασαν πολλά χρόνια για να καταλάβω τι ακριβώς μου συμβαίνει, πράγμα που σημαίνει ότι πέρασα όλη μου την παιδική, εφηβική και μέρος της ενήλικης ζωής μου προσπαθώντας να κατανοήσω κάθε λογής ‘αλλόκοτη’ σκέψη μου. Σκέψεις που βέβαια, ειδικά όταν εγώ ήμουν παιδί, δεν μπορούσα να ξεστομίσω ούτε στους ίδιους μου τους γονείς. Γιατί τι ακριβώς θα μπορούσα να πω που να μην ακουγόταν εντελώς περίεργο; “Μαμά, έκανα την προσευχή μου 3 φορές για να μην πεθάνεις”; Ή μήπως “Μπαμπά, πάτησα τη ‘λάθος’ γραμμή της πλάκας στον δρόμο και φοβάμαι μην πάθεις κακό”; Πού θα μπορούσα να πω, ειδικά εκείνα τα χρόνια, αυτά τα λόγια χωρίς να νομίζουν ότι τα έχω χαμένα; Κι ας ήξερα ότι δεν τα έχω χαμένα, ότι δεν μπορώ να κάνω οποιοδήποτε κακό γιατί είμαι ένας καλός άνθρωπος, κι ας έβλεπα τις δυνατότητες μου σε όλες τις πτυχές της ζωής, στις σπουδές, αργότερα στην εργασία μου, στις σχέσεις μου με τους ανθρώπους και στις κοινωνικές μου συναναστροφές. Ήμουν όλα αυτά τα καλά αλλά και ένα σύννεφο περίεργων σκέψεων που για να τις διώχνω έκανα καταναγκασμούς επιδεινώνοντας έτσι το πρόβλημά μου, όπως έμαθα πολύ αργότερα στη ζωή μου.

Αν γύριζα τον χρόνο πίσω θα μπορούσα να έχω κάνει κάτι διαφορετικά; Τότε νομίζω πως όχι, όμως σήμερα αν εσύ βρίσκεσαι σε παρόμοια θέση μπορείς. Πολλά είναι διαφορετικά: απεριόριστη πρόσβαση σε πληροφορία, πολλά διαθέσιμα βιβλία, γονείς που συχνά είναι πιο έτοιμοι να σε ακούσουν και να σε βοηθήσουν, διαδικτυακά σεμινάρια, πιο πολλοί καταρτισμένοι θεραπευτές.

Δυσκολία #2: Η θεραπεία είναι μια δύσκολη διαδικασία που πρέπει να περάσεις.

Όταν περίπου στα 42 μου στάθηκα τυχερή και γνώρισα μια άριστη επαγγελματία ψυχολόγο με εξειδίκευση στην ΙΨΔ, αποφάσισα να ξεκινήσω συστηματικά τη θεραπεία μου. Κακά τα ψέματα: η διαδικασία αυτή μπορεί να γίνει από ενοχλητική έως ιδιαίτερα στρεσογόνος. Καθώς στη θεραπεία μου πήγαινα ενάντια στους μεγαλύτερούς μου φόβους, πιστεύοντας λανθασμένα εκείνη τη στιγμή ότι με αυτή μου την ενέργεια θα προκαλέσω κάποιο κακό, αναμενόμενο ήταν να αισθάνομαι τεράστιο άγχος και τρομερό φόβο. Θα δώσω ένα παράδειγμα: Εγώ που φοβόμουν ότι με το να γράψω τη λέξη ‛καρκίνος’, θα προκαλούσα την αρρώστια σε εμένα ή σε κάποιον δικό μου, πώς φαντάζεστε ότι αισθανόμουν όταν η θεραπεύτριά μου επίμονα με προέτρεπε να την γράψω πολλές φορές;   Έτρεμα κυριολεκτικά! Και κρυφά αντιπαθούσα εκείνη τη στιγμή  τη θεραπεύτριά μου που με έβαζε σε αυτή τη διαδικασία. Ένιωθα ότι με βασάνιζε! Ευτυχώς όμως άντεξα και συνέχισα την προσπάθεια. Αναρωτιέστε τι με έκανε να αντέξω; Κάποια αμυδρή αίσθηση πίστης ότι αυτός μπορεί να είναι ο μοναδικός δρόμος για μια πιο ποιοτική ζωή.

Αν κι εσύ βρίσκεσαι σε παρόμοια κατάσταση σε καταλαβαίνω. Κι αν λύγισες και τα παράτησες και πάλι σε καταλαβαίνω. Είναι όντως μερικές φορές μια πολύ, πολύ τρομακτική διαδικασία που όμως ΠΡΕΠΕΙ να ολοκληρώσεις για να περάσεις απέναντι και να νικήσεις την ΙΨΔ. Εξάλλου είναι άραγε μικρότερος ή πιο αμελητέος ο φόβος που σου προκαλεί η ίδια η ΙΨΔ;

Δυσκολία #3: Οι ιδεοληψίες έχουν περιεχόμενο ταμπού.

Δυστυχώς οι ιδεοληπτικές σκέψεις που κατακλύζουν τους πάσχοντες με ΙΨΔ έχουν πολύ συχνά περιεχόμενο ταμπού. Ήταν εξαιρετικά δύσκολο να τις εμπιστευτώ σε κάποιον, ακόμα και στην θεραπεύτριά μου όταν με έκαναν να αισθάνομαι τύψεις ή ακόμα και απέχθεια προς στον εαυτό μου. Προσωπικό παράδειγμα: Μια από τις ιδεοληπτικές εικόνες περιλάμβανε μικρά παιδιά που ήταν άρρωστα με καρκίνο χωρίς μαλλιά. Πώς θα μπορούσα να μιλήσω για αυτές μου τις σκέψεις όταν εγώ η ίδια ένιωθα τρόμο με αυτή μου τη σκέψη; Ντράπηκα τόσο πολύ όταν τελικά την μοιράστηκα με τη θεραπεύτριά μου.

Θα ήθελα όμως τώρα να μοιραστώ μαζί με εσένα που νιώθεις το ίδιο ‘κακός’ κάτι που έμαθα στη θεραπεία μου και που πριν δυστυχώς δεν γνώριζα: Σχεδόν το σύνολο των ανθρώπων έχει σκέψεις με θέματα ταμπού, απλά δεν τις αναλύει όπως εμείς οι πάσχοντες με ΙΨΔ, ούτε και τους δίνει ιδιαίτερη σημασία. Σε αυτούς, έρχεται η σκέψη, περνάει και πάει αυτόματα σε ένα νοητό καλαθάκι αχρήστων. Εγώ αντιθέτως, όπως ίσως και εσύ, συνεχώς προσπαθούσα να τις αναλύσω: ‛Γιατί το σκέφτηκα αυτό’; ‘Τι σημαίνει’; ‘Μήπως θα πάθει κάποιος δικός μου κακό τώρα που το σκέφτηκα’; ‘Κάτι πρέπει οπωσδήποτε να κάνω, όπως να μετρήσω μέχρι το 100 για να μου φύγει η σκέψη’!

Και η λύση ξέρεις ποια είναι; Είναι η πιο εύκολη και η πιο δύσκολη μαζί. Απλά να ΜΗΝ κάνεις ΤΙΠΟΤΑ. Να μην σταματάς τη σκέψη, να μην την αναλύεις, να μην ψάχνεις βαθύτερο νόημα. Δεν σημαίνει κάτι για εσένα ή το χαρακτήρα σου! Δε σημαίνει ΤΙΠΟΤΑ για εσένα ούτε καλό, ούτε κακό!

Δυσκολία #4: Όχι δεν έχουμε όλοι λίγο OCD

Θα μοιραστώ και κάτι άλλο μαζί σας που το έχω βιώσει πολλές φορές και που μου προκαλεί δυσφορία. ΟΧΙ δεν έχουμε όλοι λίγο OCD και δεν υπάρχει κάτι πιο στενόχωρο από κάποιον που μοιράζεται το πρόβλημα της διαταραχής του και ακούει ως απάντηση : ‘Πώς κάνεις έτσι! Όλοι έχουμε λίγο OCD’!  Σας παρακαλώ να αποφεύγετε να αντιδράτε έτσι όσοι δεν γνωρίζετε τι πραγματικά σημαίνει να πάσχεις από αυτήν τη διαταραχή. Εσύ που στοιχίζεις τα πράγματα και τα θέλεις πάντα σε σειρά, εσύ που πλένεις συνέχεια τα χέρια σου και έχεις ‘εμμονή’ με την καθαριότητα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι έχεις OCD. Ενδεχομένως να έχεις κάποια προσωπικότητα ψυχαναγκαστική, αλλά δεν πάσχεις απαραίτητα από ΙΨΔ. Είναι δύο καταστάσεις εντελώς διαφορετικές. Η ΙΨΔ είναι μια σοβαρή ψυχική διαταραχή που χρήζει εξειδικευμένης θεραπείας. Με τέτοιου είδους αντιδράσεις άθελά σου την υποβαθμίζεις και κάνεις τη ζωή των πασχόντων πιο δύσκολη.

Τώρα που σου γράφω έχουν περιοριστεί σημαντικά οι δυσκολίες που μου προκαλεί η ΙΨΔ με αποτέλεσμα η καθημερινότητά μου να έχει γίνει πιο ανάλαφρη.  Μπορεί να ακουστεί κλισέ μα ταυτόχρονα είναι και τόσο αλήθεια: Ο δρόμος μπορεί να είναι μακρύς και δύσκολος αλλά πόσο μα πόσο πραγματικά αξίζει τον κόπο!

Σου εύχομαι να τον περπατήσεις και να φτάσεις και εσύ στον προορισμό σου!

Σώτια Κ.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Η Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή εμφανίστηκε στον γιο μας σε ηλικία 11 ετών, όταν το καλοκαίρι πριν ξεκινήσει την 5η δημοτικού πήγε στην κατασκήνωση, που πήγαινε τα προηγούμενα χρόνια.

Την δεύτερη κιόλας ημέρα άρχισε να μας τηλεφωνεί απελπισμένος νιώθοντας μεγάλη αγωνία  επειδή, όπως μας είπε, είδε ένα κορίτσι και ένιωσε ότι το αγαπά περισσότερο από εμάς ή επειδή άκουσε ένα τραγούδι που είχε κακές λέξεις και δεν ήθελε να είναι κακό παιδί! Εγώ, ήδη υποψιασμένη από προσωπική εμπειρία ως πάσχουσα και η ίδια από Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή  αναγνώρισα αμέσως ότι ο γιος μας πιθανόν να ταλαιπωρείται από την ίδια διαταραχή.

Στην κατασκήνωση μέρα με την ημέρα η κατάσταση χειροτέρευε, ώσπου μας ζήτησε να πάμε να τον πάρουμε νωρίτερα γιατί δεν άντεχε άλλο! Οι συνοδοί του εκεί, άνθρωποι που τον γνώριζαν από παλιά επιβεβαίωσαν ότι ο γιος μας δεν είχε καμία σχέση με το παιδί που ήξεραν. Αυτό όμως που ως γονείς μας συγκλόνισε ήταν  όταν στο ταξίδι της επιστροφής μάς είπε ότι ένιωσε τόσο άσχημα και βασανιστικά που δεν μπορούσε να κοιμηθεί τα βράδια και που για αυτόν δεν θα είχε νόημα η ζωή του αν έπρεπε από εδώ και πέρα να νιώθει πάντα τόσο δυστυχής!

Στις εβδομάδες που ακολούθησαν, η Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή συνέχισε να έρχεται πάνω μας με χίλια διαφορετικά πρόσωπα, σαν τσουνάμι. «Δεν μπορώ να μπω στο σχολικό αν δεν σας χαιρετήσω με έναν συγκεκριμένο τρόπο, γιατί φοβάμαι ότι θα πάθετε κάτι κακό», «Στο σχολείο, νιώθω αναγκασμένος να πατάω σε συγκεκριμένα σημεία», «Φοβάμαι να πάω στο σχολείο μήπως νιώσω άγχος και δεν ξέρω τι να κάνω», «Σβήνω και γράφω συνέχεια τα ίδια γράμματα μέχρι να μου φανούν ότι είναι εντάξει», «Είδα μια κόκκινη κλωστή πάνω στα ρούχα μου και αγχώθηκα μήπως πάθετε κάτι κακό» και άλλα πολλά που ευτυχώς έχουμε πια διαγράψει από την μνήμη μας.

Από την μια μέρα στην άλλη είχαμε χάσει το παιδί που γνωρίζαμε έως τότε και βρισκόμασταν μπροστά σε ένα παιδί που δεν ήταν χαρούμενο, που δεν ήθελε να πάει στο σχολείο, που δεν μπορούσε να μείνει μόνο του για λίγη ώρα σε φιλικά μας σπίτια για να παίξει με τους φίλους του παρά μόνο εάν ήμασταν κι εμείς παρόντες. Ο γιος μας είχε χάσει την αυτονομία του από φόβο μήπως μας συμβεί κάτι κακό όσο ήμασταν χώρια ή από φόβο μήπως νιώσει άγχος και δεν έχει κάποιον δικό του κοντά του για να τον βοηθήσει.

Μη γνωρίζοντας πώς να βοηθήσουμε το παιδί μας, απευθυνθήκαμε σε ειδικό που εξειδικεύεται στη θεραπεία ατόμων με Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή και ξεκινήσαμε Γνωσιακή-Συμπεριφορική Θεραπεία, κατά την οποία το παιδί μας έμαθε να έρχεται αντιμέτωπο με τους φόβους τους μέσω ασκήσεων Έκθεσης και Παρεμπόδισης. Σταδιακά άρχισε να έρχεται η αλλαγή. Λίγο λίγο και με τη δική του κυρίως προσπάθεια αλλά και με τη δική μας υποστήριξη και της θεραπεύτριας του, ο γιος μας πάτησε και πάλι στα πόδια του και βρήκε ξανά τον παλιό του εαυτό! Σήμερα είναι μαθητής της Α’ γυμνασίου και τίποτα δεν θυμίζει εκείνες τις δύσκολες μέρες.

Μάλιστα μέσα από τη δική του θεραπεία συνειδητοποίησα κι εγώ, αν και πλέον ενήλικας, αν και ζω με την Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή από την παιδική μου ηλικία χωρίς να έχω κάνει ποτέ θεραπεία για να την αντιμετωπίσω, πως ποτέ δεν είναι αργά! Μπορώ και δικαιούμαι να κάνω κι εγώ κάτι για να την αντιμετωπίσω. Και κάπως έτσι ξεκίνησα κι εγώ τη δική μου θεραπεία. Ήδη βλέπω μεγάλη αλλαγή σε πολλά θέματα και απέναντι σε κάποια άλλα που ακόμα με ζορίζουν τουλάχιστον δεν νιώθω πια εντελώς μόνη και ανήμπορη!  

Η Ιδεοψυχαναγκαστική Διαταραχή δεν έχει ηλικία! Αν είστε παιδιά ή έφηβοι, μιλήστε στους γονείς σας, εάν πάλι είστε ενήλικες μιλήστε στον εαυτό σας, πάρτε την απόφαση και απευθυνθείτε στους ειδικούς. Όχι δεν είναι αργά!

Σ.Κ.